Ένας Μαλτέζος, ναυτάκι της Αδριατικής,
ένα Τουρκάκι ψευτοπειρατής
και γλάροι άσπροι τρεις
πρωί πρωί στα πόδια μου.
Τι να μου πούνε οι κλειστές τράπεζες...
Γεννήθηκα εις τας Σέρρας,
ο ένας παππούς μου προσφυγάκι Μαλγαρινό
κι ο άλλος χαμένος Ήδωνας στις τρύπες του Παγγαίου.
Τι διάολο έχω με τα Εβόρακα και τι τα θέλω ακόμη;
Εβόρακον,
Εβόρακον εκ νέου, Τσατάλτζα.
Τρίγωνο αμβλυγώνιο, άθλιο.
Τι, τάχα, με διώκεις;
Τι σού ’φταιξα ο δόλιος,
την ηδονή μου αναζητώντας χαμηλόφωνα
και κεκρυμμένος στην μια αιχμηρή σου κορυφή;
Εγώ που πόθησα λίγο τους παππούδες μου να δω,
πατέρα και μητέρα να τιμήσω,
γλυκιές κοιλάδες κι ήρεμα βουνά
να μ’ αγκαλιάσουν και ν’αγκαλιάσω.
Έβρος και Νέστος και Στρυμόνας κι Αξιός.
Βόρειο Αιγαίο, Σαμοθράκη, Θάσος.
Αίμος, Ροδόπη, Ρίλα και Πιρίν.
Μενοίκιο, Παγγαίο, Άθως και Χορτιάτης.
Θερμαϊκός, στον αστράγαλο του Ολύμπου.
Άλλο δε θέλησα ποτέ, τίποτα και κανένα.
Και δός του αίματα πριν γεννηθώ.
Και δός του ειρήνες ξεσκισμένες
κι άλλα πολλά κι ακατονόμαστα ύστερα.
Ιδού εγώ λοιπόν κρεμάμενος με χάρτινα σκοινιά στο Εβόρακο
και με γραφή ηλεκτρονική,
πιεστική κι απρόσωπη στο Νέο Εβόρακο.
___________________________________________
Εβόρακο: θάνατος Κωνστάντιου Χλωρού 305 μΧ, ανακήρυξη Κωνσταντίνου Α
Eβόρακο = York
Εβόρακο εκ νέου = New York
Ο επουσιώδης ρόλος της ποιήσεως σας εξαγνίζει.
Ποτέ άλλωστε δεν είχατε σημαντικό μερίδιο
στα πράγματα του κόσμου.
Μη χαίρεστε όμως αλαφριοί μου ποιητές.
Μες σε διακόσια χρόνια από τώρα,
υπεύθυνοι θα θεωρείστε.
Κι εσείς κι οι άλλοι αμέτοχοι.
Την ιστορία δε την γράφουν σίγουρα ποιητές,
ούτε αμερόληπτοι κριτές πάντα.
Μηδέ ιστορικοί πια.
Κάτι ανόητοι μπερδεύονται,
κάτι κοκόνες,
που μέλημά τους μόνον ένα έχουν·
ευθύνες ν’ αποσείουν
από πλάτες ισχυρές.
Σε ξέρω Ιάσονα,
απατεώνα, κλέφτη.
Το δέρμα το χρυσόμαλλο ν’ αργάζεις
ταμπάκη, εκδορέα, σφάχτη.
Να ρίχνεις ανάκατες καμπύλες
των βιβλίων του Λυκείου σου
να εξηγείς τα άπειρα με τις πεντάλφες,
να τους γαμάς τη νέα μεταφυσική.
Του δάσκαλου, του φροντιστή,
του σοφιστή ιδιαιτερά,
του που παλεύει κι εξηγεί
το βάθος και την έκταση του απλού
είσαι.
Μιας ποίησης του μεγαλείου
της αοράτου επιφανείας,
της φύσεως του όντος
της τόσο κοντινής.
Του σήμερα,
του χθεσινού χθες
και του αυριανού αύριο.
Καμπύλες του Λυκείου,
πρώτα σου εργαλεία.
Δεν χρειάζονται λόγια πολλά για την Θεία Μετάληψη.
Η κοινωνία θέλει λέξεις αστραποβόλες κι ηλεκτρικές,
ριγμένες πέντε-δέκα στο διάμεσο.
Ποίημα ελάχιστο μα φορτισμένο.
Και φτάνει.
Πάντα έφτανε.
Ωραία λέξη.
Τόσο πολλά, τόσο μακριά τα ανοιχτά και τα περίκλειστά
της ο,
τόσο απότομο και καταληκτικό τ’ ορθάνοιχτό της α·
χείλια, σάλιο, ρίνα, γλώσσα να σφυρίζει
στην συμφωνία των συμφώνων της.
Να πλαταγίζει βουτυράτο αχλάδι στα χείλια
και να ρουφάς, να ρέει ο υγρός γιαρμάς,
να σπάνε, να μένουν κομμάτια τα κουκούτσια
στο στόμα απ’ τη λαχτάρα, να τα φτύνεις στο χορτάρι.
Εντάξει, εντάξει.
Ομολογώ.
Ξεφεύγω λιγάκι απ’ τα πράγματα.
Είναι κι αυτή η μανία μου με τις ιστορίες γενικά,
είτε αλλονών, είτε δικές μου.
Μ’ αρέσουν τόσο…
Και τις μπερδεύω με τ’ αληθινά.
Εκείνος ο παππούς,
το προσφυγάκι απ’ τα Καλύβια,
ο χρυσός τεμπέλης
-καφές, κυνήγι, τσιγάρο, μουχαμπέτι,
φτώχεια, πείνα, τσίπουρο,
οχτώ παιδιά, εγγόνια δεκατέσσερα -
φταίει για όλα·
ο παραμυθάς.
Βαφτίζαν την Γιαννούλα
Απρίλη του σαράντα ένα,
βομβάρδιζαν τ’ αεροπλάνα.
Δεν πήγε καν στην εκκλησιά,
έμεινε στο καφενείο για ρακί.
Είναι μετά να μην σκαρώνεις στίχους;