Είστε εδώ

στιχηρά

Μενοίκιον

και τι άλλο περίμενες δηλαδή
            δεν ήξερες
                          δεν το είχες καταλάβει
                                         μέχρι εδώ ότι μπορούσαν
πως τ' άλλα ήθελαν άλλους

αφού τους ήξερες όλους 
στην πλάτη σου τους κουβάλησες

σίτος
          βιοτεχνία επίπλων
                              κεραία μεσαίων
                                            κεραία μικροκυμάτων

μετά μόνον ο τόπος

Ανάρτηση: 05/06/2015 - 14:20

Δεκάτη*

Γυάλιζαν πίσω σου τα Μι-σαράντα-οχτώ
στο λάδι και στον ήλιο μπρος στον όρχο.
Κουβάλαγαν όλη την δόξα του Βιετνάμ.
Μπαινόβγαιναν την πύλη αφηνιασμένα.
Την φύλαγες αφ’ υψηλού για χρόνια,
μα σου την χτίσανε, την κλείσανε αμετάκλητα,
ένα ζικ-ζακ στον τοίχο, σαν τιμωρία εκδικητική.

Λεροί φαντάροι λιάζονταν στο σύρμα.
“Άκρη κωλόπαιδα· θα σας πατήσει το θεριό”
μας σταματούσε ο μαυριδερός σκοπός 
μέσα στην σκόνη. Έτρεχε η τσακαλαρία
με τα κατάμαυρα βρακιά και τ’ άσπρα φανελάκια 
για ένα λαθραίο μπάνιο, πιο πάνω, στις γκιόλες 
και την λάσπη π’ άφηνε το Τσάι των Καμινικίων.

Τίποτε ζωντανό δεν σού ‘μεινε

δεκάτη, λέει, ταξιαρχία πεζικού· τρίχες…
Πού είν’ οι δόξες της δεκάτης μεραρχίας!
Μ’ είκοσι -και- χιλιάδες κατακαημένους 
άνδρες σκόρπιους στα σύνορα και τον νομό.

Σάπιζε τώρα.

Σ' έμεινε σύρμα αγκαθωτό, 
άθλια λαμαρίνα, τσιμεντογωνία φτηνή.
Να λιώνουνε στον ήλιο, στο βοριά που κατεβάζει 
απ’ τον Λαϊλιά το ρέμα της Αγια-Βαρβάρας.

Σάπιζε·

παρέα στ’ άχρηστα πολυβολεία 
των Μάυδων στις κορυφές 
του βράχου απέναντί σου,
του λόφου με τα πεύκα πίσω σου. 

Λιώνε· 

στη χλεύη και την αδιαφορία
καρδιοπαθών, ηλικιωμένων περιπατητών …

Αφού, ρουφιάνα, αγνόησες 
ανθρακωρύχους, 
την Αγία τους 
και τον λιγνίτη 
που πάνω του πατάς.

_________________________
*Μεραρχία 
ή 
‘Ωδή στην εγκαταλειμμένη σκοπιά’ 

 

 

Ανάρτηση: 03/06/2015 - 09:24

αργή καταμέτρηση

και με τον τέταρτο
κλείνει το πράγμα 

όπως πάντα σιγά-σιγά και χαλαρά
μη χαλαστούν και οι ευαίσθητες υπάρξεις μας
άλλο να μετράς τέσσερις σ' έναν μήνα
άλλο μαζί τέσσερις σε μια στιγμή

είναι κι αυτά τα πρόστυχα καθολικά εγκαύματα 
που σε τελειώνουνε σιγά-σιγά...

Ανάρτηση: 31/05/2015 - 13:04

ο τέταρτος

και με τον τέταρτο
κλείνει το πράγμα
όπως πάντα· σιγά-σιγά και χαλαρά
μη χαλαστούν κι οι ευαίσθητες υπάρξεις μας
άλλο να μετράς τέσσερις σ' έναν μήνα
άλλο μαζί τέσσερις σε μια στιγμή
είναι κι αυτά τα πρόστυχα 'καθολικά εγκαύματα'
που σε τελειώνουνε σιγά-σιγά ...

Ανάρτηση: 31/05/2015 - 13:04

ο τόπος μου

μπροστά του ήταν όλος θάλασσα
στην πλάτη του είχε βουνά
και τα δερβένια του 
τα φύλαγαν πύργοι θεόχτιστοι

οι αρχόντοι του νά 'ναι καλά
τίποτε δεν τον έσωσε και ποτέ

Ανάρτηση: 31/05/2015 - 10:05

Εβόρακον Ι

Μπορεί ο Κωνστάντιος ο Α' ο Χλωρός 
κι ο Μέγας του υιός 
ν' αλλάζουν ακόμη την ζωή μου;

Σαφώς, αφού πήγε ο άγιος 
κι από το μακρινό Εβόρακο, 
τους σκοτεινούς Τρεβήρους
βρήκε -πού στης μάνας του;- 
την ταπεινή Τσατάλτζα.

Και τι του φταίγαμε εμείς στη Ραιδεστό,
τα Μάλγαρα, το Πάγγαιον ή τη Θάσο, 
να κουβαλήσει ολόκληρη πρωτεύουσα
διαγωνίως στο κεφάλι μας;

Ανάρτηση: 29/05/2015 - 23:31

BEŞİKTAŞ BOSPHORUS*

Όχι δεν είναι η δειλή ασέλγεια του Χριστιανόπουλου.
Δεν πρόκειται για την κατακαημένη,
ετοιμοθάνατη υπογεγραμμένη.

Είναι δύο βαρβάτα σίγμα με ούμπαλα
που θυμίζουνε Μπόζνταγ και Παγγαίο.

______________________
*Crude Oil Tanker

Ανάρτηση: 29/05/2015 - 17:38

Καπνός

Καπνός, ευλογία του τόπου μου. 
Τι σας έφταιξε άχρηστοι, ανόητοι, αλαφρόμυαλοι... 
Με τι νομίζατε ότι θα σας τον αντικαθιστούσαν;

πίνακας: Γιώργος Κουκμάς 

Ανάρτηση: 27/05/2015 - 23:10

Δοτικές προσωπικές

Απρόσωπες εκφράσεις
που πληγώνουν,
ρήματα απρόσωπα που σφάζουν,
αφορούν
δοτικές προσωπικές
που μας πονούν.

Τόσες γενικεύσεις,
τόσοι αφορισμοί,
πληγές ανοιχτές,
σαν πόρτες αστικών διαμερισμάτων
που βρέθηκαν διαρρηγμένα.

 

Ανάρτηση: 26/05/2015 - 17:58

Φυγάδες στίχοι

Τους πιο καλούς
                              πιο ωραίους μου στίχους
τους έχω χάσει.

Μ’ άφησανε, τους άφησα, τους πήραν.

Ήτανε βράδια κούρασης
                                   την ώρα που βάραιναν
                                                             μάτια και χέρια,
όταν αυτοί αναπηδούσαν
στα βράχια και στις ρεματιές
της άγριας σκέψης
σα κατσικάκια αδέσποτα
και με περιγελούσαν.
Πώς να τους πιάσεις και με τι;

Ήταν ταξίδια κι άγγιγμα
                                 με κόσμο αληθινό,
                                                    εικόνες ακριβές και μόνες
που έρχονταν και χάνονταν.
Πώς να αφήσεις το τιμόνι;

Σκέψεις μετά από χτυπήματα βίαια,
αλήθειες έμπλεες φωτός.
Και η βιοτική σε άρπαζε η άθλια,
σε πήγαινε όπου δεν ήθελες.

Κι εκείνοι έφευγαν.
Ήξερες, όλος λύπη, πως δε θα ξαναρθούν,
έριχνες άγκυρες, σκοινιά
στα μονοπάτια του μυαλού σημάδια,
μικρά πετραδάκια σαν κοντορεβιθούλης,
κολλούσες πάνω τους ωραίες μουσικές.
Τίποτε.

Ό,τι έμεινε, αυτό είναι.

Πόσο όμως τους αγαπώ!
Ας είναι.
Και της στιγμής τους η χαρά,
λίγη δεν ήταν.

Ανάρτηση: 24/05/2015 - 23:07

Σελίδες