πού είσαι κόρη μ'
στα σύνορα
πάλι
ε ναι
Ultima Thule
μένουμε δύο
μόνοι μας μένουμε
ακόμη
σ' αρχαίες κατακόμβες
βαρβαρικές και άτεχνες
μένουμε οι δυο μας
στον βόρειο εφιάλτη τους
δύο
photo: Jonas Adolfsen, Kungstrædgården T-banestasjon, Stockholm.
συμβαίνει παντού
ακόμη και στους πιο ευτυχείς
ανυποψίαστοι χαρούμενοι ακόρεστοι καταναλωτές
επιδρομείς άγριοι στα καταστήματα της φτήνιας...
πανύψηλες αποστεωμένες Ασιάτισσες πωλήτριες
κούκλες της Άπω Ανατολής
συναγωνίζονται επάξια τις άγαρμπες Σκανδιναβές
πίσω από πάγκους
ταμειακές μηχανές
ανάμεσα σε δοκιμαστήρια
κι αποθήκες



photo: Christos E. Dimakis, Vestby, Norway
αδιαφορούσε για την μουσική
κι ας ήτανε στην οροφή της
ούτε τον ένοιαζε η ζωγραφική
κι ας στέκονταν στα πόδια της
τι να του πουν οι θηριώδεις
φαραωνικές κατασκευές
αυτά είναι τζάμπα ξοδεμένος πλούτος
κι ίδρωτας των καημένων
αυτός κοίταζε μόνον κατά την θάλασσα
την μόνη τέχνη που καταλάβαινε
κι εμελετούσε...

photo: Marios Dimaki Adolfsen / Oslo Opera House
Ο πρωθυπουργός παραμέρισε
ν' ανοίξει ο δρόμος για τον ποιητή,
που κύλαγε ήρεμος και χαμογελαστός
στο παιδικό του καροτσάκι πάνω ...

Λίμνη Sognsvann. Έκανε βόλτα πάνω στο καρότσι του ο έξι μηνών μέγας Μάριος όταν από μια στροφή απέναντι φάνηκε ξαφνικά ο πρωθυπουργός με την γυναίκα του και δυο της ασφαλείας του στην ίδια αλέα πλάι στην λίμνη. Πήγαινε κατευθείαν πάνω στο καρότσι αφηρημένος ο Jens Stoltenberg, ναι αυτός ο γ.γ. του ΝΑΤΟ, αλλά τον σκούντησε η γυναίκα του και έκανε άκρη με έκδηλο σεβασμό και μια δόση αιδημοσύνης για να περάσει η αυτού εξοχότης το βρέφος.
την Θούλη την εσχάτη πολλοί την ανακάλυψαν
πριν από μένα· έσχατος ήμουν στην σειρά
το ήξερα κι ας επέμεναν οι ομότιμοι πως ήμουν
σαν και τα μούτρα τους πρώτος βαρβάτος και εξέχων
δεν ζήτησα ποτέ την κατοχύρωση δικαιωμάτων
του copyright κι άλλων γελοίων τίτλων και σφραγίδων
αυτά είναι για κονκισταδόρους κι όσους αναζητούν
δικαίωση στων άλλων της ιδίας κάστας την αξιοσύνη
να φτάσω μόνο ζωντανός αποζητούσα
να περπατήσω στις ακρογιαλιές της
να πλύνω τα ποδάρια μου στα παγωμένα της νερά
τώρα πια πίνω μπύρες στα βράχια του νησιού της εκκλησιάς
οι ιερείς της με παρακαλούν να δείξω τα χαρτιά μου
κι εγώ παρέα με το τσούρμο μου τα αχαμνά μου ξύνω
της Δέσπως
από το πανηγύρι του Άη Λιά
Ιούλη στην Πυλαία
στα βάθη των δασών
του Λαμπερτσέτερ στ' Όσλο
και την κοινήν ελληνική ρόδα την πλαστική
την πήγαμεν ως τους Βίκινγκς
τσουλάτε εσείς σε άσφαλτο
ρολάρετε σε σιδερένιες ράγες
βαδίζετε σε γέφυρες μεταλλικές
χτίστε ό,τι άχρηστο θέλετε
όπως το θέλετε
πάνω σας θα πετάμε
χωρίς τριβές ολίσθησης ή κύλισης
μόνος αντίπαλος η αντίσταση του αέρα
ίσως και να γινότανε
όλα να δένουν όμορφα
παλιά καινούργια ανάκατα
κτίσματα μηχανές βωμοί
κι οι άνθρωποι με τα σπίτια τους
κι οι δώδεκα φυλές του Ισραήλ
σε θάλασσες σ' ανέμους σε στεριές
την άνοιξη καθαρίζονται οι αποθήκες
πετούνε τα παλιά τους έξω
όλοι μαζί του συγκροτήματος
ιεροτελεστία της κατανάλωσης· των αγορών
έχει και τα προσχήματά της βέβαια
πριν απ’ το φορτηγό του Δήμου
ψάχνει ο ένας τ’ άχρηστα τ’ άλλου
για κάτι χρήσιμο ίσως
κι οι μετανάστες κι οι Ρουμάνοι
πάνε σχεδόν πέντε χρόνια
αυτές οι πληγές δεν κλείνουν έτσι
ω Βόρειοι αφελείς κι ανυποψίαστοι
ούτε με ξύλινους διάδρομους σε παλ χρωματισμούς
κι ανώδυνη τυφλή προσπέλαση
ούτε με πλαστικές φασκιές της άσπρης αποστείρωσης
σε κτίρια τραυματισμένα
κακοφόρμισαν τόσο γρήγορα
κι άπλωσαν σ' όλη την Ευρώπη
Εικοσιένα μήνες μετά το κακό, ο μικρός Ήρως
πήρε μια κόκκινη σημαία πρωί πρωτομαγιάς στο Όσλο
κι άρχισε με φωνές να κυνηγάει τα πουλιά
που λούφαζαν στα χόρτα, μπρός στα βομβαρδισμένα κυβερνητικά κτίρια.
Κάποιοι περαστικοί Βίκινγκς τον κοιτούσαν σαν χαζοί.
Πού να καταλάβουν οι άνθρωποι πως μόνο έτσι ξορκίζεις το κακό,
βάζοντας άσπρους γλάρους να πετάξουν…
Απρίλη έφτασα ως το Ούσλο
θα στείλω αγγέλους στην Σπιτσβέργη
όχι δεν σας φοβάμαι πια μην εξαφανιστώ
κόκκινο έχω τον λαιμό μου· το ίδιο κάνει
ό,τι κι αν γίνει
ό,τι κι αν έρθει
όσο αν αργήσει ο καιρός
εμείς θ' ανθοφορούμε ρε
γλυκιά μου
τo ότι θά ‘σαι συ στην μία άκρη
κι εγώ στην άλλη του Ε75
χίλιες κοντά λεύγες μακριά σου
εσύ να ανασταίνεις πεθαμένα σπίτια
στον βορρά
κι εγώ να γράφω πεθαμένα ποιήματα
σε χώρα έρημη του νότου
δεν είναι κάτι που περίμενα
τ’ ομολογώ
Να τους προσέχεις κόρη μου,
ακόμη και στα πιο καλά τους.
Όσα λαμποκοπούν κι αστράφτουν.
Τον κώνωπα να διυλίζεις, να ψάχνεις
την λεπτομέρεια και το βάθος.
Εκεί έχουν κρυμμένο το τέρας τους
και περιμένει, εκεί κι η κόλασή τους.
Είναι φτιαγμένοι απ’ το ίδιο υλικό.
Όπως κι οι άλλοι, όλοι οι καλοί μας φίλοι.
πόσο μικρούλια μου είστε ανθρωπάκια
σταθείτε πλάι μου θα σας φυλάξω
δεν με πειράζει που ρίξατε κάτω
τα τρία θεόρατα καραγάτσια
τα μεγάλα μου ξαδέρφια προχθές
να στήσετε το σπιτικό σας στην αυλή
του Θόρβαλντ Χάγκμπαρτ Τόργκερσεν
εδώ απέναντί μου
πιο πίσω από το μουσείο του φίλου του
του Έντβαρτ Μούνκ
μένουμε δύο ακόμη
σ' αρχαίες κατακόμβες
βαρβαρικές και άτεχνες
μένουμε οι δυο μας
στον βόρειο εφιάλτη τους
δύο
μου είπες Mαίρη
πως είναι λάδι η θάλασσα
μαθημένη εσύ από το βόρειο αιγαίο
ότι ήταν παγωμένη το κατάλαβες
την πρώτη πέτρα όταν πέταξες
κι έκανε γκελ
στον υδάτινο κρύσταλλο
αντέξαμε έτσι τριανταπέντε χρόνια
Να μεγαλώνεις μάτια μου,
να μεγαλώνεις όμορφα.
Νά 'ρθω,
νά 'μαι στο πλάι σου,
να με προσέχεις,
καθώς ζαρώνω μες στο κρύο
του τόπου μου και τ' άγριου καιρού.
Να με μαθαίνεις πώς·
τώρα που γίνομαι ξανά
παιδί, νήπιο, βρέφος.
Να με μαθαίνεις τι·
όλο ρωτώ ξαναρωτώ γι' αυτά
που μόνο όνομα αλλάξαν.
Και να με δείχνεις το γιατί·
που είχαμε βρει μικροί
και τό ‘χασαν μεγάλοι.
Δεν τα θυμάμαι πια·
ήταν και βιαστικά,
άγρια κι απότομα εξάλλου.
Από δω έφυγε για να χαθεί στον Βόρειο πόλο
ψάχνοντας τον Ιταλό Nobile.
Εδώ κι οι δυο μικρές του Εσκιμώες.
Τι διάολο τον συνέδεσε με την μούσα Ουρανία;
Γιατί ονόμασε το σπίτι του έτσι;
To Uranienborg ήταν η γειτονιά του στ’ Όσλο.
Μέρος περίφημο για την θέα του.
Έτσι, του δώσαν το όνομα
του πιο περίφημου αστρονομικού παρατηρητήριου.
Αυτού, στην νήσο Ven, στο στενό του Öresund.
Ήταν του Tycho Brahe, τό ‘χτισε τρεις αιώνες πριν.
Από τον Amundsen στον Tycho Brahe,
κι από εκεί στην Ουρανία.
Σ’ ευχαριστώ θεέ μου που μ’ αξίωσες,
να κάνω ένα ακόμη ταξίδι μαγικό
από την ποίηση στην επιστήμη και την έρευνα.
Ίσα μες στην καρδιά του μύθου δηλαδή.
Moss Tallinn 14.45
Moss Thessaloniki 15.30
φτηνές πτήσεις
φτηνά αεροδρόμια
φτηνοί τόποι
φτηνές ζωές
φτηνές ελπίδες
έρωτας
είμαστε μες στο δείγμα αγάπη μου
Θα πει μπακάλικο - αποικιακά.
Έτσι τους έμεινε αυτούς.
Eδώδιμα, αποικιακά λοιπόν.
Έτσι λέγαμε εμείς τα μεγαλομπακάλικα
στο κέντρο της πόλης των Σερρών,
προμήθευαν κυρίως τους μικρούς στις γειτονιές.
Πού να τα βρουν οι έρμοι εδώ τα εδώδιμα;
Κάτι βολβούς μονάχα αν αντέξουν
θαμένοι μες στο χώμα και τον πάγο
και σιτηρά μια πιθαμή ύψος, τέλος Αυγούστου ο θέρος.
Και ψάρια.
Κι αυτά όμως μη θαρρείτε
νερόβραστα και άσπρα ωσάν σαπούνι.
Κρατήσαν το kolonial ως και τα τώρα.
και πώς βρέθηκες έτσι πρόσφυγας
στον βόρειο πολικό κοντά· εις την υστάτην Θούλη
με μία πλαστική σακούλα σούπερ-μάρκετ
στο χέρι όλο σου το βιός
δυστυχισμένε νότιε κοκκινοτρίχη
ξεκίνησα χθες απόγευμα μ’ ένα βαρκάκι κόκκινο
να πάω απέναντι για μύδια στην Χαλάστρα
αλλά με βρήκε η χιονοθύελλα Αριάδνη
και σαν να μην έφτανε ο κακός καιρός κι η θαλασσοταραχή
να σου την πέφτουνε στο τέλος από πάνω κι οι σειρήνες
μα τι να καταλάβει από σειρήνες βόρειες
αυτός ο νότιος ξεροκέφαλος αγαθοψώλης
είχε στο πλάι την γυναίκα του
- δεν έχουνε κανένα ενδοιασμό
καμμιά ντροπή
κανένα πρόσχημα πια δεν κρατούν
- εκεί μείνε που είσαι
θα έρθουμε κι εμείς
για να κρυφτούμε πάνω από τον Αρκτικό
μόλις ξεσπάσει το κακό
- εδώ είναι ψηλά
είναι ό,τι πρέπει για κρυψώνα
- όλοι μαζί και με τους σπόρους
στην κρύα αποθήκη της Σπιτσβέργης
πάλι τριγύρω από ερείπια περπατάς
τι θα γίνει με σένα
γρανίτης κόκκινος
στην λίμνη πάγος
κι ο αρρωστημένος ήλιος τους
εγώ πάντως θα περιμένω εδώ να δω κι ας πάρει όσο χρόνο θέλει
αν όλα τα όχι γίνονται ναι στην ήπειρο των θαμάτων όπου ζούμε
και είμαι ακόμη πιο παλιός
τα πρωινά μου είναι πάνω στην αρχαία Εγνατία
στο γεφυράκι της Πυλαίας πλάι στο ρέμα
σε τσάκωσα
κλεφτράκο της αμυγδαλιάς
της δάφνης και της πικροδάφνης
άραξε τσίμπα τα σπόρια σου μην μας φοβάσαι
κανείς δεν θέλει τίποτε από σένα· μόνο να σε κοιτάμε
όλα χωράνε κι όλα μπορούνε
κάτι άχαροι κι αχόρταγοι να λείπανε...
και οι ωραίοι νέοι του Στρατού της Σωτηρίας καλή ώρα
χθες που τον είδα πρώτη φορά
μετά τα μεσάνυχτα να μιλάει μονολογούσα
μα πού τον είδατε μωρέ τον ωραίο και τον γοητευτικό
ακόμη ένας φλούφλης παρλαπίπας είναι
δυο χιλιάδες τριακόσια
και τριάντα οχτώ χρόνια
κουβαλάς την προσφυγιά σου
όπου κι αν πας
ως και στα λιμάνια
της εσχάτης Θούλης
φαίνεται
κωπηλατείς εν μέση οδώ
χωρίς κουπιά
Έτσι ματάκια μου γλυκά.
Θα μάθεις τα ελληνικά σου νύχτα.
Αλλά δεν πειράζει.
Είναι το φως τους τόσο δυνατό, που δεν πειράζει ...
α ρε μπαμπά
εσύ γεννήθηκες το τριάντα ένα
δεν είχες ιδέα το σαράντα
τι έγινε το δεκατέσσερα
κι εσύ παππού
ήρθες στον κόσμο στα εννιακόσια τέσσερα
ποιος να σου πει ως το δεκατέσσερα
στα Μάλγαρα και την Αχειροποίητο για την Κομμούνα
εγώ είμαι εξήντα ένα και τα ξέρω όλα πια
έξω απ’ τα τείχη στην Σαλονίκη και αναμένω
διαβάζω όλη την ημέρα ρατσιστικές ανοησίες
μέχρι ασπίδες δόρατα και περικεφαλαίες
είδα να κουβαλούν κάτι καημένοι
έκλεισε δώδεκα χρόνια η κόρη μου
να την δεχτούνε για δική τους σε άλλον τόπο σήμερα
ας πάω να κοιμηθώ ήσυχος
τα μισο-Νορβηγάκια εγγόνια μου
έχουν πια μάνα Νορβηγίδα
ως τώρα είχαν μια ξένη
μόνο το άλλο τους μισό το Ελληνικό
ήταν εντάξει από μάνα
από αύριο θα σκεφτώ τι μέλλει γενέσθαι
και με Έλληνα μπαμπά
λίγο δύσκολα τα βλέπω τα πράματα
σε βλέπω από πολύ ψηλότερά σου
στο στόμιο του Νόρντφιορντ
να βγαίνεις στην Νορβηγική θάλασσα
στον δρόμο του Έρικ του Ερυθρού
κουκκίδα σε περίλαμπρη οθόνη
ονειρικού πουλιού ιπτάμενη επιβάτης
δεν ονειρεύτηκα ποτέ τέτοια ταξίδια
μωρό μου· εγώ ονειρευόμουνα εσένα
και να σε βλέπω ανθρωπάκι μου
να σκίζεις τα ζεστά νερά του Κάβο Σαλονικιού.

εκβολές του ποταμού Οδέρου
αχ Κωνσταντή μου ωραίε
οι δικές μας γραμμές
δεν είναι συμβιβασμοί και πάρε δώσε
τις στρώνουνε με τα φτερά τους
εκπεπτωκότες άγγελοι
της πτώσεως μου επιβίωσα
δεν είχα τύχη δρυός σε χέρια ανδρών
παίδες και κορασίδες με φυλάνε
να ταξιδεύεις μάτια μου
με τραίνα αυτοκίνητα πλοία κι αεροπλάνα
πάνω και κάτω από τον Βόρειο πολικό
ανάμεσα στον Σκαγεράκη και τον Κατεγάτη
στην Βαλτική και στον Βοθνιακό κόλπο
κι εγώ να ξαγρυπνώ
στην Σαλονίκη στην Αστρίδα
να ταξιδεύεις
να αγαπάς
τα παιδιά και τα παιχνίδια τους
τα πράματα των ανθρώπων
τις μορφές τις επιφάνειες
τα βάθη της καρδιάς
τα θεωρήματά της
γι’ αυτό σ’ ανάστησα
κι ας μην το ήξερα

Ο πρωθυπουργός παραμέρισε
ν' ανοίξει ο δρόμος για τον ποιητή,
που κύλαγε ήρεμος και χαμογελαστός
στο παιδικό του καροτσάκι πάνω ...
θα κάτσω εδώ σε μια σκιά να περιμένω
φαίνεται πως θ' αργήσετε πολύ
μα δεν έχετε και πού αλλού να πάτε
ακόμη κι αν δεν θέλετε
εδώ θα σας στριμώξουν
κι οι φίλοι σας και οι εχθροί
ποιος ξέρει από ποιον παράδεισο
του Ευφράτη ή του Τίγρη
σε διώξαν σε ξερίζωσαν
για να μαζεύεις φασολάκια σ' αυτήν την βόρεια ευταξία
και να νομίζεις Κυριακή πρωί Αυγούστου
πως είσαι ένα με την γη σου
άντε τώρα να στα ζυγίζουν να πληρώνεις
μάλωσε ο Έθαν Τανζανός
με τον Μανσούρ από την Τσετσενία
του είπε ότι η χώρα του είναι
η πιο άσχημη του κόσμου
έκλαιγε μαύρο δάκρυ ο Μανσούρ
μπήκαν ανάμεσα δυο άλλοι
ο Μάριος Ελληνονορβηγός
κι ο Γιόνας Νορβηγοκινέζος
κρατάει ο Γιόννας τον ζόρικο Τανζανό
και λέει ο Μάριος του ευαίσθητου Τσετσένου
όλες οι χώρες του κόσμου είναι όμορφες
τους μάζεψε η Νορβηγίς Μαριάμα η δασκάλα τους
τους μίλησε μαζί και έναν-έναν χώρια
τέλος το ζήτημα
εθεωρήθη
λήξαν
όλες οι χώρες του κόσμου είναι όμορφες
ένα ταχύπλοο
είναι μια μηχανή που δέρνει την θάλασσα
πάντα σκέφτομαι αυτούς που τα οδηγούν
σαν βασανιστές της θάλασσας
κάτι σαν υποτακτικούς του Ξέρξη
που την μαστιγώνουν και την αλυσοδένουνε
έκανε ένα αργό πακα-πακα-πακα το πρώτο ντίζελ
που άκουσα από καΐκι στην Αλεξανδρούπολη στα '60
το πρώτο μου ταξίδι με καράβι ήταν με την αργοκίνητη 'Σαπφώ'
και τα βαρκάκια των κωπηλατών μου έσκιζαν ήρεμα τον Θερμαϊκό
μ' έναν ρυθμό ξύλινο κι ας ήταν πλαστικά
ποτέ δεν ζήλεψα αφρούς και βρυχηθμούς
ποτέ δεν πόθησα μεγέθη
έγραφα πέρυσι τέτοια μέρα
κοιτάζοντας από ψηλά το λιμάνι του Όσλο
πώς γιγαντώνουν έτσι τα πράματα
πώς τρέχουν σαν τρελά
ακόμη και σ' αυτόν τον τόπο
του μικρού του σεμνού του μετρημένου
του ήρεμου και του στοχαστικού
πού μας τραβάει αυτή η υπεροψία
η μοίρα σου πρόστυχο
και πώς την χαίρομαι
να σαπίζεις
η μπούκα σου μπουκωμένη με τσιμέντο
στον μόλο πακτωμένη
και η κωλάθρα* σου έξω να κοιτάει ουρανό
να δένουν πάνω της
ψαράδες του μπακαλιάρου
της ρέγγας στον αρκτικό
____________
*https://books.google.gr/books?id=mdQiAwAAQBAJ&pg=PA906&lpg=PA906&dq=%CE%...
photo: Angeliki Dimaki-Adolfsen Vardø Norway
στην άλλη άκρη τη πόλης
με το μετρό ή με τ' αυτοκίνητο
με την μαμά και την γιαγιά τη νύχτα
πέντε κολλυβογράμματα ελληνικά
δυο ώρες την βδομάδα
κουτσά στραβά θα σου τα μάθουν
για τ' άλλα μικρό μου
τον λόγο την γλώσσα την φύση των όντων
και την έρημη αγάπη
άσε αν μ' αξιώσει ο θεός
να σου τα μάθω εγώ
αγκάλιασε ο μικρός
του αρχιπελάγους Vesterålen· πιο βόρεια
ακόμη κι από τα νησιά Lofoten του πιλότου Νάγκελ
εννιά ξαδέλφια πρώτα του βαλκάνιου παππού του
άντρες-γυναίκες πρώτη φορά
τον φίλησαν τον έπαιξαν τον χάρηκαν
παππού όλοι μυρίζαν όμορφα
σαν και τον θείο Ευθύμη
τι να την κάνω την Ευρώπη του ενός νομίσματός σας
ξενύχταγα όταν γεννήθηκες
γιατί ήσουν δύσκολη στον ύπνο σου
ξενύχταγα όταν άρχισες να βγαίνεις κι αγωνιούσα
γιατί ήσουν άγρια και ζόρικη
ξενύχταγα όταν έφυγες
για να σπουδάσεις μακριά· και πιο μακριά
ξενύχταγα όταν γένναγες τα παιδιά σου
και τώρα ξενυχτώ με τα ταξίδια σου
πάνω και κάτω απ' τον βόρειο πολικό κύκλο