με πιάνει μια αγγελομανία
κάθε Νοέμβρη των Ταξιαρχών
και κάθε του Ευαγγελισμού τον Μάρτη
δεν έμαθα να ζωγραφίζω ούτε να τραγουδώ
πώς να μιλώ γι' αγγέλους
μπορώ όμως πια να φωτογραφίζω φτερά γλάρων
με πιάνει μια αγγελομανία
κάθε Νοέμβρη των Ταξιαρχών
και κάθε του Ευαγγελισμού τον Μάρτη
δεν έμαθα να ζωγραφίζω ούτε να τραγουδώ
πώς να μιλώ γι' αγγέλους
μπορώ όμως πια να φωτογραφίζω φτερά γλάρων
Το εύηχον τούτο νι
που διαρκώς με κυνηγάει
σαν ήχος καμπάνας,
απόγευμα συννεφιασμένης μέρας,
σχέσιν έχει στενoτάτη με το καμπαναριό
της Βαγγελίστρας των Καμινικίων
αντίκρυ στο παράθυρό μου
όπου η γιαγιά μου, η μάνα μου κι εγώ
είδαμε τον κόσμο ν’ ανοιγοκλείνει το μάτι πονηρά
κι εμείς επί κι εντός του εβιώσαμεν.
Δεν θα σταματήσουν.
Θα προκαλούν.
Άνοιξη μπήκε, καιρός για πόλεμο.
Ξέρουν ότι είναι ανίκανοι και κατεστραμμένοι.
Ξέρουν ότι θα τους λιανίσουν.
Πηγαίνουν όμως σαν πρόβατα σε σφαγείο.
Ελπίζουν οι αρχηγοί τους στην γενίκευση κι αυτήν επιθυμούν.
Δεν ανάστησαν τυχαία τον φασισμό.
Έτσι ήταν πάντα, Χαχόλοι.
Η καρδιά της δικής μου Ευρώπης χτυπάει στο Ντονμπάς,
εκεί χτυπούσε πάντα.
Τα δικά μας βουνά είναι καλύτερα,
δε σε τρομάζουν.
Δεν είναι όλα μαζεμένα να σε πνίγουν.
Αφήνουν κάμπους όμορφους ανάμεσά τους,
χαμηλώνουν απαλά-απαλά
με τα μπαΐρια τους να κατεβάζουν
πράσινα αμπέλια,
να κάνουν τους ανθρώπους
πιο γλυκούς, πιο όμορφους.
Ποια μελέτη,
ποια γνώση του είναι και του γίγνεσθαι της χώρας αυτής ταύτης,
με ποιον πόνο εκπονημένη,
με ποιαν αγάπη για τα βουνά του Λεκανοπεδίου πέριξ,
τα ποτάμια που το διασχίζουν
πλαισιωμένα με μεταλλικά τέρατα
σερνόμενα σε τρικυμιώδη άσφαλτο πάνω,
μέσα σε σκόνη, αέριο, θόρυβο,
χρόνο που επιμηκύνεται παράλογα,
έτσι, χωρίς λόγο αποχρώντα,
και μεταλλαγμένες καρδιές ασθμαίνουσες;
Τίποτα,
λέγαμε
και μας έλεγαν
'τι είναι αυτά πού λέτε κύριε!'.
Ώρα Εσπερινού διάλεξε,
μέσα του Ιούλη,
αρχές μιας νέας εποχής,
να μπει να περπατήσει στο πλακόστρωτο
και στη Μεγάλη Τράπεζα,
πάνω σε μάρμαρο κρύο
ν’ αφήσει την περγαμηνή
του θυμού και της μανίας.
Ανάθεμα,
ανάθεμα ο ένας για τον άλλον.
Κι ας γίνει ό,τι μέλλει να γενεί.
μήλο σκληρό και ζουμερό
κάμπος του εβδομήντα
οπωρώνες συλλογή
τελάρα διαλογή ψυγείο
Σεπτέμβρης στην άκρη της πόλης
δέκα με είκοσι μεροκάματα
όλα κι όλα
να τρως να μένει το κοτσάνι κι η καρδιά
να μη μπορείς να σταματάς
να φτύνεις μόνον τα κουκούτσια
θα το συνηθίσετε κι αυτό
το ξέρετε πως θα το συνηθίσετε
θα είναι την πρώτη φορά δύσκολο
μετά
στ' άλλα μπροστά που θά 'ρθουνε
παιχνίδι
όσο τους δρόμους κρατάτε αδειανούς
κι ελπίζετε σε μερεμέτια της καλύβας
Πώς και φαντάζουν έτσι,
λευκά τα μακριά σου δάχτυλα,
διάφανα στο πρωινό ημίφως
κάτω από τους φανούς ομίχλης
στην υγρασία της Μητρόπολης!
Πώς πιάνουν τόσο όμορφα
τ' αστραποβόλο σου τσιγάρο!
Τα χείλη σου τόσο ανίσχυρα!
Σχεδόν παραδομένα.
Ανοίγεις το παράθυρο ηλεκτρικά,
αφήνεις την γόπα με το σημάδι
του κόκκινου σε πτώση ελεύθερη,
η κάφτρα της σκορπάει στην άσφαλτο
και παίρνει φωτιά η λεωφόρος των αθλίων.