Ποτέ ίσως δε θα καταλάβετε
την ποίηση που κρύβει η πέτρινη επιφάνεια
των πιο χυδαίων λέξεων
όταν αυτές κρέμονται σε χείλη αποξηραμένα
κι εκφέρονται αργά, βέβαια, αμετάκλητα.
Είστε εδώ
στιχηρά
Περί ύβρεων
Η μπύρα
Ασαφής λογική λέγεται
ή πλειότιμος ...
όχι πως είναι κάτι νέο
αλλά ξέρετε,
δεν ήταν πάντα εύκολο
να βάλεις δυο καρπούζια σε μια μασχάλη
έτσι καλύτερα ο Bruno ήρωας
κι ο Bellarmine άγιος, ταυτοχρόνως
ή
κάπως έτσι o Immanuel θα μπορούσε
να πιει μια μπύρα με τον Georg
και να καμαρώνουνε μαζί τον Karl.
Ο τίμιος γέρων
Ήρθε η ψυχή μου στον τόπο της.
Πλήρωσε τελικά ο παππούς από πάνω
τα κοινόχρηστα·
πήραμε πετρέλαιο.
Πάγωσε το κοκαλάκι μας είκοσι τέσσερις ώρες.
Έτσι, θα έχουμε ζέστη τις επόμενες
κρύες, κατά πως λεν, μέρες.
Ποιος ξέρει από πού έκοψε ο τίμιος γέροντας
τα διακόσια σαράντα ευρώ...
Τίποτα να μην πεις
Λόγια καλά και περισπούδαστα
στημένα σε περίτεχνες αράδες·
πολλά όμως, πάρα πολλά,
έτσι που όλο να λές, να λές συνέχεια
και τίποτα στο τέλος να μην πεις.
Ήταν βιαστικά
Να μεγαλώνεις μάτια μου,
να μεγαλώνεις όμορφα.
Νά 'ρθω,
νά 'μαι στο πλάι σου,
να με προσέχεις,
καθώς ζαρώνω μες στο κρύο
του τόπου μου και τ' άγριου καιρού.
Να με μαθαίνεις πώς·
τώρα που γίνομαι ξανά
παιδί, νήπιο, βρέφος.
Να με μαθαίνεις τι·
όλο ρωτώ ξαναρωτώ γι' αυτά
που μόνο όνομα αλλάξαν.
Και να με δείχνεις το γιατί·
που είχαμε βρει μικροί
και τό ‘χασαν μεγάλοι.
Δεν τα θυμάμαι πια·
ήταν και βιαστικά,
άγρια κι απότομα εξάλλου.
αποκριάτικο νανούρισμα - ευχή κορασίδων
γειά σου γειά σου
η πούτσα στην μεριά σου
να είναι όλη δικιά σου
να έχεις την χαρά σου
Χρώμα σέρβικο
Ήλιος μ’ ακτίνες παγωμένες,
άγριες πνοές βόρειων ανέμων
αγγίζουν ανύποπτα κοτσύφια
σ’ ελιές κρεμασμένα, κρυμμένα στα φυλλώματα
καθώς ψάχνουν για καρπούς παραγινωμένους.
Τ’ αρπάζουν, τα συνταράζουν,
τα ρίχνουν κάτω, τα σκορπούν.
Θερμαϊκός.
Σκόνη χρώματος σέρβικου
υπερίπταται των ταραγμένων υδάτων.
Το Πάικο είναι χαμηλό.
Να τ’ οχυρώσουμε δεν γίνεται πια.
Κάτι άθλιους δασικούς δρομάκους
φτιάχναμε όσο μας έπαιρνε,
άσε που οι πονηροί αφήναμε
τα δύσκολα πάντα γι’ αργότερα.
Η σκόνη είναι σλάβικη.
Τ’ οσμίζεσαι, το βλέπεις.
Πάνε κοντά δέκα χρόνια
κι είμαστε ίδιοι, στα ίδια.
Τι γυφτιά Θέ μου. Τι ξεφτίλα.
Εντός θαλάμων αποστειρωμένων
επιλέγουμε
μεταξύ εντοπίων και ξένων ειδημόνων
ή και δικών μας που έφυγαν
και να ξανάλθουν θέλουν
-πού δεν ξέρουν, ούτε και ρωτούν.
Το χρώμα της σκόνης,
το θάμπωμα του ορίζοντα.
Παλαί ντε Σπορ.
Πύργος ΟΤΕ, έτοιμος προς εκτόξευση,
διαφυγή πριν την κατάρρευση.
ΧΑΝΘ, θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών.
Χωρίς ζωή μαυσωλεία.
Βασιλικό Θέατρο,
εδώ ο κύκλος κλείνει.
Απάτες εργολάβων τον πολιτισμό υποκινούν
και την του μέλλοντος μας τέχνη διακονούν.
Ο αέρας που πνέει,
η θάλασσα ταραγμένη.
Αυτά μόνο θυμίζουν ζωή.
Τα καράβια ακίνητα
στον άνεμο κόντρα,
βαθιά ριγμένες οι άγκυρες,
σφιχτά τα δόντια. Βεβαιότης.
Εδώ είναι η ζωή.
Αυτά θα φύγουν, θα γυρίσουν.
Τι θα ’ναι εδώ να τα δεχτεί;
Ποιοι άνθρωποι και ποια παιδιά;
Πετάξτε τον
Θάνατος είναι τα βουνά
γύρω απ’ το Ντιγιαρμπακίρ.
Μισοχιονισμένα.
Φλεβάρη μήνα.
Τη μέρα που δώσανε τον Άπο.
Πετάξτε τον έξω.
Του τέλους του εικοστού ευσύνοπτος
και της αρχής του εικοστού πρώτου
στίχος θριαμβικός.
Uranienborg – Amundsen
Από δω έφυγε για να χαθεί στον Βόρειο πόλο
ψάχνοντας τον Ιταλό Nobile.
Εδώ κι οι δυο μικρές του Εσκιμώες.
Τι διάολο τον συνέδεσε με την μούσα Ουρανία;
Γιατί ονόμασε το σπίτι του έτσι;
To Uranienborg ήταν η γειτονιά του στ’ Όσλο.
Μέρος περίφημο για την θέα του.
Έτσι, του δώσαν το όνομα
του πιο περίφημου αστρονομικού παρατηρητήριου.
Αυτού, στην νήσο Ven, στο στενό του Öresund.
Ήταν του Tycho Brahe, τό ‘χτισε τρεις αιώνες πριν.
Από τον Amundsen στον Tycho Brahe,
κι από εκεί στην Ουρανία.
Σ’ ευχαριστώ θεέ μου που μ’ αξίωσες,
να κάνω ένα ακόμη ταξίδι μαγικό
από την ποίηση στην επιστήμη και την έρευνα.
Ίσα μες στην καρδιά του μύθου δηλαδή.
Σελίδες
- « πρώτη
- ‹ προηγούμενη
- …
- 83
- 84
- 85
- 86
- 87
- …
- επόμενη ›
- τελευταία »

