Είστε εδώ

στιχηρά

Φανός ελέγχου κυκλοφορίας

Φανάρι, στην Εγνατία που με βάζεις,
φρουρέ του χρόνου κιτρινόμαυρε
και των δικαιωμάτων της διέλευσης,
αναβοσβήνεις απελπισμένα
στην τριχρωμία σου τη σειριακή
και την απόλυτή σου τάξη.
Είναι περίεργη ώρα η ενδεκάτη πρωινή,
κανείς δεν είναι να περάσει.
Έτσι σε τρώει η μοναξιά σου,
τα πράσινα φύλλα που σε τυλίγουν
κι η υγρασία της Μητρόπολης.
Στη θέση σου θα έστηνα χορό
όλα ανατρέποντάς τα.

Μα πώς στην ευχή κάθεσαι έτσι ήσυχο
πλάι στο Λυσσιατρείο, στην αυλή
νοσοκομείου νοσημάτων Λοιμωδών;

Ανάρτηση: 27/01/2015 - 09:33

Περί ρυθμίσεων κι αρθρώσεων

Σήμερα, αφού ψήφισα και μετά,
σκέφτηκα να ρωτήσω:
Αλήθεια, τι είναι ετούτες οι μεταρρυθμίσεις;
Επίσης, οι διαρθρωτικές αλλαγές;

Πώς έγινε κι ακόμα δεν κατάλαβα,
εγώ ο φτωχούλης κι έχασα πέντε δίσεχτους χρόνους;

Ανάρτηση: 25/01/2015 - 11:54

γενάρης 2015

ουρλιάζει ο άλλος στ' άλλο δωμάτιο
στην τηλεόραση ο Μουσολίνης
μας έλιωσαν δυόμισι χρόνια τώρα

ας είναι θε μου αυτό το τελευταίο
μη με γυρίσεις στα χρόνια που γεννήθηκα

παρασκευή των εκλογών

Ανάρτηση: 23/01/2015 - 20:07

Ο θεωρός

Μαύρος, κατάμαυρος Θερμαϊκός
της καταιγίδας και του σαλεμένου ανέμου,
κουρτίνα βροχής ανάμεσα σε σύννεφα και θάλασσα
να προχωρεί ξεπλένοντας τη βρόμα των σταχτιών κατοικιών,
μίζερων έργων, μίζερων ανθρώπων.
Βάθος γαλάζιο, άσπρο, πορφυρό των Πιερίων
-γλυκύ ανέβασμα στον Όλυμπο.

Λαμπερό Τρίτο μου Σώμα.
Τενεκεδένιες ψευδοασημόχροες οροφές, ατέλειωτες
των περιπτέρων της ευτελισμένης Έκθεσης.
Άσπρη ακόμη, καινούργια μου Καλαμαριά,
καμπούρα στο Καραμπουρνάκι,
γλώσσα ζωής ακατάπαυστης από κόκκινη λάσπη.
Χάνεται σιγά-σιγά το λιμανάκι του Ομίλου
και το προκεχωρημένο του εκκλησάκι
στην σκοτεινιά των υδατωδών μετεώρων που επιπίπτουν της θαλάσσης.

Μόνος στον έκτο όροφο,
των φαινομένων υψηλότερος,
παρέα με τα ηλεκτρόνια της αστραφτερής μου οθόνης
στον αριστερό μου κρόταφο.
Τηλέφωνο,
γλυκιά φωνή γυναίκας και παιδιού.
Μη Αγγελική.
Μη με ξυπνάς.
Δεν έχει τόπο να γυρίσω.

Ανάρτηση: 22/01/2015 - 21:17

νέες λέξεις

εκ γενετής καχύποπτος σ’ αυτά
όταν τις έριχναν τ’ αεροπλάνα
και τρέχανε όλοι στις αλάνες
να μαζεύουν
έψαχνα πίσω
στις διαγουμισμένες αποθήκες των παλιών

τι διάλο ήταν αυτό που έλειπε
και τι ήταν το πρόστυχο
που ήθελαν να κρύψουν

Ανάρτηση: 22/01/2015 - 14:02

όσο πάει

οι δήθεν οι περίπου οι ντεμέκ και οι μπορεί

ψηφίζω σήμερα συνδικαλισμό
κακόμοιρο μαραγκιασμένο
νερόβραστα μαλάκια καθωσπρέπει 

αξιοπρέπεια ψάχνω βρίσκω ελαχίστη
θα πορευτώ μ' αυτήν· όσο πάει

Ορθή αλήθεια

Και ξαφνικά,
απότομα και ξαφνικά,
ξυπνώ ανάμεσα σε κτίρια
τσιμεντένια, γυάλινα,
ογκώδη και πανύψηλα,
κάτι φουτουριστικές προπολεμικές εικόνες,
σχέδια μανιακών αρχιτεκτόνων
που ονειρεύονταν παράδεισους.
Εγώ, ο αφελής, τους άκουγα
και θάμαζα το βέβαιο μέλλον.
Τώρα με ταξιδεύουν σ' αντιπαρασχεθέντες εφιάλτες.

Ανάρτηση: 19/01/2015 - 21:53

Μόνος και παιδί

Ωρίμασα σε μια στιγμή
μονάχα· όταν κατάλαβα
πως είμαι μόνος και παιδί.

Ανάρτηση: 15/01/2015 - 09:27

Παράθυρο γραφείου

Βαρδάρη, της πόλης μου ευλογία.
Γέμισες τον τόπο φως.

                   Πάικο.
Όλυμπος,              Χορτιάτης.
                   Πήλιο.

Τα σκατά των παιδιών της ύστερης ανάπτυξης
αναταράχτηκαν καλά στον κόλπο σου,
πήρε για λίγο χρώμα θάλασσας.
Η μπόχα απ' την ανάσα της τετράτροχης ζωής
πέταξε πάνω απ’ τους λόφους της Χαλκιδικής
χάθηκε στο Αιγαίο.

Όλα καλά, στη θέση που τους πρέπει.

Οι δώδεκα, όλοι στην κορυφή τους.
Ήχοι μυστικοί ακούγονται στο Δίον,
σαρισοφόροι στρατιώτες περνούν τον Αξιό,
κυνηγημένοι ζηλωτές τρέχουν στα καλντερίμια της πάνω πόλης,
πνιχτές τουφεκιές απ' την πλευρά των Γιαννιτσών,
κλάματα και σιωπή στα δυτικά στρατόπεδα,
πεζοπόροι και ιππείς με λάβαρα κυανέρυθρα στην παραλιακή,
το σώμα του ειρηνοδρόμου κλινικώς νεκρό,
με σωληνάκια,
πρωτοσέλιδο.

Ο πατέρας το 53,
φαντάρος, ανυποψίαστος στο Τρίτο Σώμα στρατού.
Μια άσκηση Γεωμετρίας με πέταξε το ‘73 εδώ,
νέον, αδύναμο με γένια αραιά
και μ’ άρπαξαν τραγούδια-ποιήματα,
κόμματα, τελείες, ανάδελτα και σήματα στοχαστικά,
τέχνες πολλές και τελεστές αμέτρητοι...

Ανάρτηση: 14/01/2015 - 12:08

Απάντηση

Έλα καλή μου να ενώσουμε τις δυο ελευθερίες μας
να γίνουν μία, αβύθιστη, να ενώνεται με άλλες,
να σπέρνει, να γεννοβολάει ελευθεράκια αεικίνητα·
για πάντα να κρατάει.

Ανάρτηση: 10/01/2015 - 09:39

Σελίδες