Είστε εδώ

στιχηρά

Ανοχύρωτη πόλη

Ήταν τόσο απλό! Τόσο εύκολο!
Τόσο προβλέψιμο…

Λες και δεν είχες ακούσει ποτέ για ανοχύρωτη πόλη.
Ένα άρθρο, μια τροπολογία, 
μια, έστω, υπουργική απόφαση 
θα σε σταμάταγε. 

Όμως εκεί εσύ· επέμενες, ως την Βακτριανή.

Όχι ότι μπορούσες να κάνεις κι αλλιώς …
Με την κοιλιά που έχεις.

Ανάρτηση: 08/01/2015 - 19:07

Απρεπές, αλλ’ ακριβές

Ψήφος νά 'ναι κι ό,τι νά 'ναι.

Δώσ' μου μαλάκα μου κουμπί
να το πατώ να μην πονεί
και σου ψηφίζω στη στιγμή
ως και της μάνα σου το μ’νί.

Και γαμώ την ψηφιακή
δημοκρατία μου μέσα

Ανάρτηση: 08/01/2015 - 10:54

Εγνατία

Κι αφού ετσουγκρίσαμε τα ποτήρια μας
στη Γνάθια, το τελευταίο χωριό πριν το λιμάνι,
στο τέλος του δρόμου
που ήταν γεμάτος μουλάρια με κοφίνια δυο
ή δυο μεγάλους πίθους,
μπήκαμε στο Βρινδήσιον τ’ άλλο πρωί
κάτω απ’ τις δυο κολώνες.

Ή θα γυρίσουμε ή θα γυρίσουν.
Η τύρφη στους Φιλίππους θα φάει τους μισούς.

Ήδωνες θα τους τιμήσουν.

Ανάρτηση: 02/01/2015 - 11:25

Σου είπα, θά 'ρθω, έστω και την τελευταία νύχτα, για νερό

Θ’ αφήσω τις περσίδες οριζόντιες.
Τελευταία νύχτα του ’99.
Αύριο πρωί ίσως να μπει φως στο γραφείο.
Ν’ αρχίσει ο νέος αιώνας.

Βρέχει καρεκλοπόδαρα.
Χιόνι στα λίγο ψηλότερα.

Τα κίτρινα φύλλα των πόθων μου έκοψα.
Τους πότισα,
αυτούς και τον αρχαίο πάπυρο
-όταν χαλάνε οι πρίντερ μου
φτιάχνω χαρτί απ’ αυτόν και γράφω.
Χάιδεψα και τον κάκτο μου 
π’ ανθίζει μια φορά το χρόνο
-τσιμπάει πάντα ο αχάριστος.

Πήρα τηλέφωνο τον πατέρα.
Καλή αιωνιότητα ρε μάνα,
χθες ένωσα δυο ανθρώπους,
το πιο καλό που μού ‘μαθες.

Έκλεισα ύστερα την ποίηση,
εφτά μήνες ολάνοιχτη, 
έβαλα, τέλος, νερό στ' αγριοπερίστερα 
κι άφησα δυο δάχτυλα μόνο τα παράθυρα ανοιχτά 
για τον φόβο τους, γεννούν τ’ αυγά τους 
στη βιβλιοθήκη και τους πέφτουν κάτω.

Καλή χρονιά να έχουμε,
χωρίς απώλειες,
φτάνει αυτή της μάνας.

Ανάρτηση: 31/12/2014 - 00:51

Οτράντο

Τώρα το πράγμα ξεκαθάρισε, 
μετά από είκοσι τέσσερις ώρες 
δεν βρέθηκαν οι 180 ...

Μπορούμε να γυρίσουμε στο στενό του Οτράντο.
Έτσι, 
σιγά σιγά να το μετρούμε το κακό. 
Πώς να το καταπιείς όλο μαζί;
Μετράς πρώτα τους ζωντανούς
-τι πολλοί που είναι οι σωσμένοι!- 
κι αφήνεις τους νεκρούς να φεύγουν
στις οθόνες δυο-δυο, τρεις-τρεις
μέχρι να μαλακώσει το πράγμα, 
να κουραστεί το κοινό και να γλυκάνει...

Πολύ αργότερα μετρήθηκαν τριάντα οι νεκροί και οι χαμένοι.
Χωρίς να πούμε τίποτε για λαθρεπιβάτες.

Ανάρτηση: 29/12/2014 - 19:31

Περί στοχαστικών προσαρμογών

Απέτυχα παταγωδώς
                                   εις την προσαρμογήν.

Ειδικός στο σχεδιασμό προσαρμοσμένων φίλτρων
και στη βελτιστοποίηση του δέκτη,
σε κάθε είδους περιβάλλον παραμόρφωσης.
Δεν μπορώ, δε δύναμαι 
ν’ ακολουθήσω ομηλίκους
και τους ρυθμούς του κόσμου των.

Μένω λοιπόν,
σ’ ό,τι συσσώρευσαν οι χρόνοι μου
και οι των πίσω μου αιώνες.

Ξέρω καλά τα γραμμικά. 
Σπουδάζω με εμβρίθεια και το χάος.
Αβεβαιότης, πιθανότης, απροσδιοριστία,
πρόβλεψη, ανίχνευση, εκτίμηση· 
διαμόρφωση, αποδιαμόρφωση, κώδικας,
σύμβολο, σημείον, λέξις.
Τ’ αγαπώ.

Πώς γίνεται όμως και δεν με τρέλαναν 
οι λόγοι τους ακόμη; 
Πώς γίνεται και ομιλώ ακόμα
γλώσσαν της κοινωνίας, άπελπιν;

Φταίει ίσως η ισχύς των ονείρων μου,
συνδυασμένη με την παραδόξως χαμηλή μου εντροπία
- εγώ ένα ντροπαλό παιδάκι ήμουν.

Ανάρτηση: 27/12/2014 - 11:33

Το μεγάλο δάσος

Εκείνα τα Χριστούγεννα, 
πήγανε μαζί μια μακρινή βόλτα στο μεγάλο δάσος,
αλλ' εκείνος, όπως πάντα, 
ξεχάστηκε πίσω της, 
γρήγορη αυτή-αργός αυτός. 

Χάθηκε. 
Δεν τον ξαναβρήκανε ποτέ. 

Κάποιοι είπαν ότι ήθελε να χαθεί.

 

Ανάρτηση: 24/12/2014 - 19:08

Το τάλιρο

Το τάλιρο εγώ θα δώσω στον βαρκάρη μάνα,
το εύκολο ταξίδι σου για να πραγματευτώ.

 

______________________________

Photo: Thodoris Boubas

 

Ανάρτηση: 21/12/2014 - 12:47

Βυθοκόρος ‘Αξιός’

Η βάρκα πίσω μας ήταν πανάρχαια, ξένη και παραπεταμένη.
Ανήκε στο δημόσιο κι εμείς δεν είμασταν ποτέ δημόσιοι,
μόνιμοι υπάλληλοι. Πάντα εποχιακοί, πάντα έκτακτοι,
της απολύσεως μονίμως, μέχρι που μας έδιωξαν
τελείως στα εξήντα εφτά.

Την είχε όμως καλαφατίσει ο μπαμπάς καλά,
την είχε βάψει χρώμα γκρι, πολεμικό και προβλεπόμενο.
Μας πήγαινε καλά από την βυθοκόρο ‘Αξιός’
ως και την παραλία με τα σίδερα,
μες στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης.

Αντέξαμε έτσι κάπως, κοντά σαράντα χρόνους.

Μετά την πήρες κι έφυγες.

Είναι κιόλας δεκαπέντε καλοκαίρια·
ποτέ δεν μού ‘λειψες τόσο πολύ,
όσο μου λείπεις φέτο.

 

Ανάρτηση: 20/12/2014 - 09:50

Ήξερε

Έλεγε n γλυκιά στοχαστική
όταν με έβλεπε απελπισμένο μπρος στ' αδύνατα: 
"Όλα αγορίνα μου γίνονται·  
η μάνα κι o μπαμπάς δεν γίνονται." 

Εκείνη είχε κουβαλήσει, 
εννιάχρονη, όπλα στην κατοχή.
Ήξερε.

Ανάρτηση: 18/12/2014 - 14:19

Σελίδες