Είστε εδώ

στιχηρά

Κερκίνη

-Ούτε δακρύζει ούτε κλαίει.

Περνάς από δίπλα και φεύγεις.
Τουρίστας.
Άμα δεν ξέρεις το γιατί.

Ανάρτηση: 30/08/2013 - 23:37

Ο πρωθυπουργός κι ο ποιητής

Ο πρωθυπουργός παραμέρισε 
ν' ανοίξει ο δρόμος για τον ποιητή, 
που κύλαγε ήρεμος και χαμογελαστός 
στο παιδικό του καροτσάκι πάνω ...

Λίμνη Sognsvann. Έκανε βόλτα πάνω στο καρότσι του ο έξι μηνών μέγας Μάριος όταν από μια στροφή απέναντι φάνηκε ξαφνικά ο πρωθυπουργός με την γυναίκα του και δυο της ασφαλείας του στην ίδια αλέα πλάι στην λίμνη. Πήγαινε κατευθείαν πάνω στο καρότσι αφηρημένος ο Jens Stoltenberg, ναι αυτός ο γ.γ. του ΝΑΤΟ, αλλά τον σκούντησε η γυναίκα του και έκανε άκρη με έκδηλο σεβασμό και μια δόση αιδημοσύνης για να περάσει η αυτού εξοχότης το βρέφος.

Ανάρτηση: 17/08/2013 - 21:52

Κλίνη λεόντων

Μ’ ένα λιοντάρι αγκαλιά κοιμάμαι
-τρόπος του λέγειν δηλαδή κοιμάμαι.

Αγρύπνια άγρια τόσα χρόνια.
Αγγίζω την χαίτη του την χρυσαφιά
και την χαϊδεύω.

Όλη τη νύχτα σκέφτεται
πώς θα μου κόψει το κεφάλι
μ’ ένα ανοιγόκλεισμα των σαγονιών του.
Κι εγώ ένα μαυρομάνικο ακουμπώ
στο ύψος της καρδιάς του.

Φοβάμαι και φοβάται.
Το αγαπώ και μ’ αγαπά.

Ανάρτηση: 15/08/2013 - 01:51

Δικοί τους

Πρώτα θα σας πείσουν ότι είναι βρόμικοι,
τόσο βρόμικοι που δεν αξίζει ν' ασχοληθείτε μ' αυτούς
-κυρίως απ’ τον φόβο μη λερωθείτε και σεις.
Μετά θα πεισθείτε ότι ο ιδιωτικός βίος είναι
απείρως σημαντικότερος του δημοσίου.
Έτσι θ' αναζητήσετε τις όμορφες, μικρές προσωπικές σας
   ηδονές
σε χώρους κλειστούς, αποκομμένους, πλην όμως
   γοητευτικούς και κυρίως ιδιωτικούς.
Οι ψόφιοι νόμοι της ζήτησης και της προσφοράς
της αγοράς, της κατανάλωσης,
ανταλλαγής, αξίας, απαξίας
σε λειτουργία πλειοψηφική, αλλά και δημοκρατική βεβαίως,
θα καθορίζουν
τον πολιτισμό σας για χρόνια πολλά.
Κι έτσι όπως θα είστε ήρεμοι,
ευτυχισμένοι, πλήρως κεκορεσμένοι αγαθών,
πρωί,
θα ξυπνήσετε
στην ελαφρότητα της ψηφιακής σας ευτυχίας,
εθνικοί μακελάρηδες οι ίδιοι,
υποτακτικοί αγνώστων και ανόμων εξουσιών,
στρατιώτες κι' εκτελεστές.
Δικοί τους.

 

Ανάρτηση: 10/07/2013 - 23:35

Κοινωνία θερμαϊκή

Καράβια, κιβωτοί, υπερωκεάνια.
Δυτικοί, Ανατολικοί επιδρομείς
ή πρέσβεις της ισχύος
κοινωνία θερμαϊκή δε χτίζουν.
Σωρεύουν δύναμη, γράφουν ιστορίες
μα εμένα η ευτυχία μου είν’ αλλού.

Έναν κόλπο ονειρεύομαι,
γαλήνιο στο παράθυρό μου.
Δεκάδες αγγέλους, εύθυμους
που να χορεύουν στα νερά.

Άφησα τα καράβια για τους άλλους.
Κράτησα τα βαρκάκια των κωπηλατών.
Ένας,
δυο,
τρεις,
τέσσερις,
πέντε ή
το πολύ εννιά.

Μόνοι τους.
Διπλοί ή τετραπλοί,
δίκωποι ή τετράκωποι,
μετά ή άνευ μικρόσωμου
υβριστή πηδαλιούχου.
Χαρά και γλέντια όταν μαζεύονται σπανίως οκτώ συν ένας.

Καμία κινητήρια μηχανή.
Σώμα, μυαλό, ρυθμός
και μηχανές απλές, αρχαίες
- μοχλοβραχίονες και υπομόχλια.
Θεώρημα ώθησης-ορμής,
Νεύτωνας κι Αρχιμήδης.
Ποίηση σκέτη δηλαδή.

 

Ανάρτηση: 10/07/2013 - 10:47

Κορασίδα κωπηλάτρια ΙΙ

Ποιος τάχα τώρα πολικός αστέρας να σε καθοδηγήσει
και ποιο φεγγάρι να φωτίσει τη νυχτερινή πορεία σου
γλυκιά, μικρή, δεκαπεντάχρονη κορασίδα κωπηλάτρια,
τώρα π’ ανοίγεσαι αγγελικά σ’ αυτόν τον κόλπο
θερμής ντροπής ανθρώπων και των υγρών τους
   αποβλήτων,
πάνω στο κάτασπρο λεπτό βαρκάκι σου;
Εγώ.
Εγώ που τώρα στέκομαι στα μπλόκια του Ναυτικού
   Ομίλου
στεφανωμένος την ομίχλη του επερχόμενου πρωινού,
δεμένος στο νοητό ιστό της περιφερειακής
με τα ωχροκίτρινα λαμπιόνια της,
ξεδιάντροπα στολίδια στην κεφαλή της Μητροπόλεως,
κάτω απ’ τους ήχους μιας Καλαμαριάς που ξενυχτάει
   ανυποψίαστη.
Έτοιμα όλα,
όλα για το ταξίδι του χαμού και της χαράς
που έχει αρχίσει με σένα πρώτη, πιονέρισσα και
   ανιχνεύτρα,
εδώ στις υπώρειες του Χορτιάτη, στα πόδια του Ολύμπου
ως άλλη ύβρις ή και απαίτηση για την δημοκρατία της θάλασσας

Ανάρτηση: 29/06/2013 - 00:59

Γκαζάδικο της συμφοράς

Ερείπιο γκαζάδικο, ρημάδι.

Μαύρο κατάστρωμα, 
μόλις μισό μέτρο πάνω απ’ τα νερά.
Σπασμένες κουπαστές. 
Αγκομαχάς μπρος στο Καρά-Μπουρνού,
φάνηκε η Σαλονίκη, άσπρισε στον ήλιο
κι εμείς στους λέβητες καίμε ό,τι βρούμε,
έπιπλα, πατώματα, τα λαδωμένα μας στουπιά.
Βάλαμε χέρι στο φορτίο πια, δεν πήγαινε άλλο.

Μα, πας παλιόσκαρο ακόμη και υπάρχεις.

Πας σκυλοπνίχτη τόσα χρόνια κι έρχεσαι,
το ξέφραγο πέλαγο ανεβοκατεβαίνεις,
σταματάς στα βιασμένα του νησιά
και κουβαλάς όλους εμάς.
Πόρνες, αλήτες, φτωχορουφιάνους,
ξεγραμμένους ποιητές, απελπισμένους επιστήμονες.
Κι εκείνη την υπέροχη γυναίκα π’ ανέβηκε στη Σύρα 
-έμοιαζε τις γυναίκες του Rossetti.

Ο γιος μου, ανόητος έφηβος, παίζει με τους αφρούς,
πηδάει στη θάλασσα, τρέχει στο πλάι μας,
μας ξεπερνάει, μένει πίσω μας,
βουτάει από κάτω μας. 
‘Πρόσεχε τις προπέλες ρε κωλόπαιδο, λιώμα θα σε κάνουν’, 
φωνάζει ο καπετάνιος.

Δεν ακούει.

Γέμισε τα νερά πτώματα ο Βαρδάρης.
Και πάμε, πάμε στον έσω Θερμαϊκό.
Τα κιάλια φέρνουν τη πόλη στο πλάι μου.
Στο λιμάνι, στην παλιά παραλία, στη νέα
στρατός μιλιούνια, βλοσυρές φάτσες,
σκουτάρια βυζαντινά,
πανοπλίες φράγκικες
λιοντάρια βενετσιάνικα,
τούρκικα σαρίκια και περιστρεφόμενοι δερβίσηδες.
Μα όλοι αυτοί κι οι κατοπινοί τους εμάς προσμένουν;
Δε θα χορτάσουν ποτέ τ’ αφεντικά τους;

Το βρακί των ξεβράκωτων θέλουν.

Γκαζάδικο σαράβαλο, σάπιο σκαρί
τη σάπια αλυσίδα της άγκυρας 
την κόψαμε κρυφά.
Όσοι προλάβαν να πηδήξουν, πήδηξαν.
Ας είναι,
οι ακτές της Ευρώπης είναι κοντά.
Οι άλλοι στήσαμε γλέντια τρελά.
Χορός, μεθύσια κι έρωτας άγριος της απελπισίας
επάνω στα καμένα λάδια, τα λιωμένα γράσα
και την παλιά σκουριά του καταστρώματος.

Εκείνη τη γυναίκα π’ ανέβηκε στη Σύρα δεν την άγγιξα.

Καμάρια μου, όσοι μείναμε,
πρόσω ολοταχώς στην άθλια προκυμαία
με το φυτίλι αναμμένο.

Ανάρτηση: 27/06/2013 - 22:21

Θέρμη

Ξαπλώνω εγώ λοιπόν μικρή Κική κατάκοπος
στο πίσω κάθισμα του Scoda
προσμένοντάς σε,
χαράματα σε βρόμικο ακρογιάλι
πλάι στα καράβια των Περσών
καλά προφυλαγμένα από νότιο άνεμο
καθώς αυτοί γλεντοκοπούν στη Θέρμη
και συ κωπηλατείς
-για ποιόν;
για τι;
για ποια της θάλασσας δημοκρατία;-
εντολές ακούγοντας κι ηλίθια παραγγέλματα
ανεπαρκών ενστόλων.
Με την παλάμη μου ύστερα σκουπίζω
τα εύλογα δάκρυά σου
και στη ψυχούλα σου ενσταλάζω
την ανοχή, την αντοχή,
του πώς και του γιατί την χάριν,
του πρέπει και του δύνασθαι τα πάθη.

Έτσι, θεόγυμνος εγώ και μόνος
κρύο πρωί καλοκαιριού που ξέχασε κι αργεί,
σου γράφω εν τέλει πέντε στίχους.

Ανάρτηση: 20/06/2013 - 01:22

Θαλασσομάχος

Ποιος τάχα τώρα να σε φυλάξει θαλασσομάχος
σε τόση φουρτούνα καταμεσής
και ποιο ενθέμιο τη βαρκούλα σου να περιμένει στην ακτή
τολμηρέ, μικρέ και μόνε κωπηλάτη θερμαϊκέ;

Ανάρτηση: 13/06/2013 - 02:57

Λυδίας, σημείο Μηδέν

“Ποιος είσαι συ ρε που θα μου πεις εμένα
για του δικού μου του παιδιού τη μοίρα;”
Έτσι κάπως αρχίζει ένας καυγάς
ανάμεσα σε άφιλους ομοεθνείς.

Είμαστε εδώ
στο σημείο Μηδέν,
κάτω απ’ την γκρίζα γέφυρα
του προεντεταμένου σκυροδέματος
στον διευρυμένο ποταμό Λυδία.
Σ’ άθλιες αυθαίρετες παράγκες,
χαμένες στην παρόχθια βλάστηση,
υψώνουμε τα γελοία μας λάβαρα.

Τα πλοία μας πέρασαν πριν καιρό
από της Πέλλας το λιμάνι κι έφτασαν
όσο γινόταν πιο βαθιά-
άνθρωποι της θάλασσας εμείς,
πέσαμε στα ποτάμια και στις λίμνες.

Δεν έχει άλλους να νικήσω λες
τραβώντας το κουπί σου στα καλάμια με μανία,
κόβοντας νούφαρα και σκίνα
-κι είσαι μονάχα δεκαεπτά.
Γελούσα με τους έφηβους που λύγιζαν τους άντρες.

Δεν πάει άλλο το ποτάμι πιο ψηλά,
στενεύει, αγριεύει, απειλεί.
Άλλες φυλές, άλλης ζωής αλλόκοτης,
έχουν το θάνατο για τίποτε,
αφήνουν τα βουνά τους,
σκλαβώνονται εθελούσια.
Ρακένδυτοι Αλβανοί
πάνω σε πλατφόρμες, μέσα στα καπνά,
περνούν την άσπονδη γέφυρα των ορίων σου
κι οι δήθεν της δημοκρατίας μας φρουροί
σφυρίζουν αδιάφορα κάνοντας τα στραβά μάτια.

Ρώτησα έναν μικρούλη κοκαλιάρη,
δεκαπεντάχρονο τον έκανα,
με μάτια γαλάζια κι αχυρένια μαλλιά,
μικρό κεφάλι, πρόσωπο όλο λειχήνες:
-Πόσο είσαι ρε μάγκα;
-Σαράντα, είπε.
Καθάριζε τη λίγδα μιας τρισάθλιας κουζίνας.

Κι όμως είναι τόσο γαλήνιο το ποτάμι μέχρι εδώ,
δε βρίσκεις εύκολα το προς τα πού κυλάει.
Λάσπες, απόβλητα πόλεων βαρβαρικών
και επιπλέοντα ροδάκινα χωματερών
ζέχνουν και λες τι είναι αυτό,
όξινοι ατμοί, ομίχλη, τι;

Ρίχνεις περήφανος το σκάφος στα νερά
ξεφεύγεις τα καλάμια με κουπιές δυνατές
διώχνεις βατράχια και νερόφιδα
και να ’σαι μοναχός και πρώτος
στο κέντρο του ποταμού.
Πας για την Πέλλα
κι από ’κει για θάλασσα,
αφήνοντας το Γενιτζέ
που ό,τι κι αν κάνει δε μπορεί
με τίποτα απ’ τη λάσπη να σηκωθεί.

Ν’ αφήσεις το κουπί,
να πιάσεις το δοξάρι.
Ν’ αφήσεις το δοξάρι,
να πιάσεις ασπίδα και σπαθί.
Ν’ αφήσεις τα σιδερικά,
να πιάσεις το καλάμι...
Δεν έχει τέλος λαμνοκόπε μου.

Ανάρτηση: 10/06/2013 - 12:01

Σελίδες