Είστε εδώ

στιχηρά

Το καμπιτζίκι

Λίγο με νοιάζουν οι κανόνες σου οι σκληροί
κι οι αυστηροί σου αφορισμοί
που φράζουν πόρτες και περάσματα
σ’ ώρες κινδύνου και κατατρεγμού.

Εμείς στα σπίτια μας -τουρκόσπιτα
με πέτρα ποταμίσια και καλαμωτή-
μικρές πορτούλες είχαμε στις πίσω αυλές,
κρυφές και μυστικές, τα καμπιτζίκια.

Έτσι μπορέσαμε.
Περνώντας ο ένας στο σπίτι του άλλου.

Τα χρόνια πέρασαν,
οι κανόνες ξεθώριασαν
μαζί κι οι νομοθέτες τους,
πήραν τους φραγμούς τους
παρέα στα κιβούρια τους,
πια είμαι λεύτερος
να ομιλώ γλώσσα όποιαν θέλω κι αγαπώ.

Για δες ρε που είχε και μερικά καλά
των άθλιων μεσαίων η γελοία επανάσταση.
Έτσι κάπως κατάφερα κι έμεινα
γνήσιο της Γκάτσινας εγγόνι και του Καΐπη.

Ανάρτηση: 09/06/2013 - 02:34

Απόπλους

Kάτασπρο αργοκίνητο εμπορικό
με τη γαλάζια σου γραμμή πάνω απ’ τα κόκκινα ίσαλα,
χαϊδεύεις και χαϊδεύεσαι με το θερμαϊκό μπλε
χειμώνα γαλήνιου, ύστερα από ήρεμη βροχή.

Στα πόδια του Ολύμπου σέρνεσαι γλυκά
αφήνοντας την μπόχα της πλανεύτρας
και δήθεν-τάχα αγαπησιάρικης Μητρόπολης.

Και μόνον αυτοί,
οι κωπηλάτες κι οι κωπηλάτριες,
παίδες και κορασίδες,
έφηβοι και νεάνιδες
άδολοι φύλακες,
του τόπου, του χρόνου και του κόλπου
τιμές σου αποδίδουν
ανοίγοντάς σου τους τυχαίους σχηματισμούς
των ανελίξεών τους των στοχαστικών
για να περάσεις.

Και κουβαλάς - τι κουβαλάς;-
και πας - πού πας;-
το στόμιο της διαφυγής απόβλητων
νόθας ζωής ακολουθώντας
πλάι στο Καρά Μπουρνού,
κάτω από περίφραχτες επάκτιες οχυρώσεις αχρηστευμένες.
Κι’ αφήνεσαι μετά στη μυστική ροή του Βαρδάρη,
υγρού και αερίου,
μες σε κραυγές που όλο παρασέρνει.

Αχ και για τη δημοκρατία της θάλασσας να με κινούσες
για πόλεις λεύτερες και μόνες πάλι,
μακριά απ’ τα σιχαμένα έθνη τους και τα παζάρια.
Μελάνι θάλασσας, γραφίδα ξύλινη από παλιό κουπί,
εμπόριο κοινωνίας,
πλάι σε φιλοσοφία φυσική εναλλαγής, ροής κι αρνήσεως.

Ανάρτηση: 05/06/2013 - 14:19

Έφηβοι κωπηλάτες Ι

Ωραίοι έφηβοι κωπηλάτες,
αγνοούντες τελείως
κινδύνους τωρινούς κι επερχομένους,
γλείφουν με τα λεπτά βαρκάκια τους
τα ίσαλα τρισάθλιων βαποριών
που στο μητροπολιτικό λιμένα συνωστίζονται
και τη σαπίλα κουβαλούν όλου του κόσμου.

Ανάρτηση: 04/06/2013 - 00:17

Κορασίδα κωπηλάτρια Ι

Μικρή μου κορασίδα κωπηλάτρια,
μείνε όπως είσαι,
γαλήνια κι ατάραχη,
έσχατη και μοναδική
προστάτιδα αυτού του κόλπου.
Πιάνε τους μαγευτικούς ρυθμούς σου
λάμνοντας στην αραιή ομίχλη
της πρωινής μητρόπολης.
Έχε το νου σου μόνον
στ’ αντιμάμαλο π’ αφήνει πίσω του
αυτός ο γεροξεκούτης καπετάνιος,
χαμένος στην υπεροψία του όγκου
και στην ασχήμια του γκαζάδικου.
Δε θα προσέξει το κομψό σου μπλε βαρκάκι.

Ανάρτηση: 02/06/2013 - 21:58

Κυριακή I

Αντάλλαξα εν τέλει
και της Κυριακής μου το απόγευμα
με κάτι ξεπλυμένα πεντοχίλιαρα
όπως κι όλες τις άλλες μέρες της βδομάδας
έχω από χρόνια ξεπουλήσει.
Έτσι δεν άφησα τίποτε άλλο
παρά έναν κατακαημένο περίπατο
έντεκα το πρωί,
μετά των χριστιανών την Εκκλησία,
στα μπλόκια του Ομίλου
να βλέπω αγγέλους να κωπηλατούν
και τα βαρκάκια να πετούν
πάνω απ’ τα όζοντα λύματα
της ξιπασμένης Καλαμαριάς.

Ανάρτηση: 02/06/2013 - 01:31

Εσύ δεν ξέρεις πώς

Εχτελεστικό της κατοχής,
ο Μιλτιάδης που χάθηκε πριν τα είκοσι,
ο Ευριπίδης που γύρισε γέρος
για να τελειώσει εδώ,
με δύο χέρια μαύρα, μαγικά
να δίνουν ζωή σε μέλη νεκρά,
να διώχνουνε τον πόνο.

Σσσσ!... εσύ δεν ξέρεις πώς!

Είχαν ένα σπαθί.
Δυο σπίτια μέναν, έλεγε εκείνη, για να κάψω.
Ένα του Γκάτσιου, ένα του Τσούφλιου.
Λογαριασμοί φτηνοί, τρελοί, από χρόνια.
Τις νύχτες δεν κοιμόμασταν εμείς.
Του Μπάλιου η γυναίκα στις καλαμιές,
στην άκρη των Καμινικίων,
η χήρα Μπάλινα σφαγμένη
με το μουνί στο στόμα.

Σσσσ!... εσύ δεν ξέρεις πώς!

Ίσως ν’ αγγίζεις μόνον, αλλά...
Τα ίδια θα γινόταν αν ξαναγινόταν.

Α ρε γιαγιά! Πώς να σκεφτείς,
πώς άραγε Αντιγόνη μου εσύ,
του Γκάτσιου, του Καΐπη,
την δέκα χρονών καρδιά μου;

Σσσσ!...εσύ δεν ξέρεις πώς!
Σσσσ!...

Ανάρτηση: 31/05/2013 - 13:37

Οι εργολάβοι

Εγώ μεγάλωσα σε χώμα.
Όταν στις γειτονιές ακόμη ακούγονταν
τα πέταλα των ζώων στο καλντερίμι.

Ύστερα ήρθαν ένα πρωί,
όταν πια ήμουν έφηβος,
ο εργολάβοι Δορκοπάτης-Νυκτοφύκης
για να γεμίσουν τα σοκάκια του μαχαλά
και τις δύο του πλατείες
τσιμέντο άγριο και φτηνιάρικο
που ξεπλυνόταν στη βροχή των φθινοπώρων
κι όλο γινόταν αγριότερο.

Ανάρτηση: 28/05/2013 - 21:30

Καμινίκια

Πόσο ν' αντέξουν ακόμα τα τουρκόσπιτα στον μαχαλά μου;
Πέντε-έξι μείναν. Λάσπη, καλαμωτή και πέτρες στρόγγυλες,
κάτι κοτρόνια ποταμίσια που όλο κατρακυλούν.
Κάτι πρέπει να ξέραν οι παλιοί κι έχτιζαν έτσι, ψεύτικα.
Νόμος εδώ φαίνεται μόνος νά ’ναι ο ξεριζωμός.

Ανάρτηση: 23/05/2013 - 12:52

Porto-Ercole

Στο Porto-Ercole, στην παραλία
-ωραίος τόπος για να πεθάνεις,
μοιάζει ελληνικός-
σε συναντώ ξανά μαλάκα μου,
ατίθασέ μου ταύρε.

Όλα να πέφτουν γύρω μας,
να τρέχουμε στη Ρώμη
εκλιπαρώντας το pardon
κι εσύ να καταπίνεις άτυχα
φαρμάκι στην άμμο ξαπλωμένος.

Ανάρτηση: 12/05/2013 - 14:55

Las incantadas

Είδωλα…
Süreti melek…
Σχήματα αγγέλων…
Las incantadas…
Μαγεμένες…

Άσπρη πέτρα, λεία κι αστραποβόλα.
Ποιος ξέρει από ποια Θάσο, ποια Πάρο,
ποια Πεντέλη σε ταξίδεψαν
θαλάσσιοι άνθρωποι,
ανοιχτών κοινωνιών
στο Forum μέσα να σε στήσουν.

Ανθρώπων αναθήματα,
λατρευτικά επίγειων λόγων ηδονικών,
αντίπαλα, εχθρά, διωκτικά
του θάνατου και της αλλιώτικης ζωής
της όλο βάσανον κι αναίτια αλγηδόνα.

Δεν έχει θάνατο. Δεν έχει άλλη ζωή.
Μπρος στην πλατεία Αριστοτέλους
λάμνουν ανυποψίαστοι ωραίοι κωπηλάτες
σε αγώνες δήθεν διεθνείς, ευτελισμένους.

Μα εγώ είμαι στην αυλή του Εβραίου,
στον παράδεισο,
εκεί όπου οι χαλκείς έκτισαν το ναό τους.
Μπορώ κι ακόμη σκέφτομαι τις μαγεμένες.

 

Ανάρτηση: 10/05/2013 - 10:18

Σελίδες