Είστε εδώ

στιχηρά

Λαϊκή IV - Εξάρχεια

                                                           Αγορά της Αθήνας (1941), Ανδρέας Κρυστάλλης

 

Μ’ εικόνες, σχέδια, ζωγραφιές
γεμάτο το κεφάλι μου.
Εικόνες σκέφτομαι κι εικόνες ομιλώ με.

Καλλιδρομίου και Μπενάκη
μ’ έφερες στη Λαϊκή για ψώνια.
Κόβει η σακούλα πλαστικά
τον τραυματισμένο μου αριστερό μέσο,
τον μελανιάζει.

Τι δουλειά έχω εγώ,
ένας Μακεδόνας πρίγκιπας
των ανοιχτών κοιλάδων
και των μεγάλων ποταμών,
σε τούτη εδώ την στενωσιά,
με τις ανηφοριές, τα βράχια,
τους τοίχους με τη σάπια αρχαία πέτρα;
Με τους Καρδούχους και τους Βελούχους
σκλάβους στα τσαρδάκια των πραματευτάδων;
Τι να πω στον χοντρό βάρβαρο απ’ το Μαραθώνα
που μου πουλάει τα μαρούλια με το κομμάτι
δραχμές διακόσιες λίγο πριν την απώλειά τους;

Μα τέλος πάντων, τι μυρίζει αυτό το σταυροδρόμι;
‘Φούντες καλαμποκιού, μπαμπά, δίπλα σου είναι,
και μέλι θυμαρίσιο απ’ τα βουνά της Αττικής’.

Τις μουριές βλέπω μονάχα,
ως τους ώμους μου τα φύλα.
Δεκέμβρης, αέρας, παγωνιά
κι είν’ όλες πράσινες ακόμη.

Νά ‘χα ένα μαχαίρι νά ‘κοβα
πέντε κλαριά για το σκουλήκι της καρδιάς,
αφού είχαμε τη μεταξένια χάρη Του
κι είναι καιρός ακόμη.

Ανάρτηση: 04/05/2013 - 14:40

Ο Τρένας

Πέθανε ο Τρένας.
Σήμα κατατεθέν της άλλης,
της μικρής μου, της ενδότερης πλατείας,
μακριά απ’ την ασφάλτινη δημοσιά.
Γλώσσα βαριά με σλάβικη χροιά.
Δυσνόητα, μα οικεία ελληνικά.
Καταγωγή μυστήρια, αδιευκρίνιστη,
κάτι χωριά του κάμπου και της θέρμης.
Καραγωγέας στο επάγγελμα.
Άλογος και παράφορος με τ' άλογό του,
ούτε ένα μήνα άντεξε
μ’ ένα σταχτί, άτυχο μουλάρι
αφού του ψόφησε ο δικός του
καφετής και απαστράπτων αλογάς
-κι ας είχε βγει στη σύνταξη από χρόνια.
Απομεινάρι των ντελάληδων,
μόνιμος δημοπράτης
της Παναγιάς, Δεξιάς-Αριστερής,
του γλυκυτάτου έαρος
και του Σταυρού.
Μέσα στ' αγιόκλημα, στις πασχαλιές
και στα τουρκόσπιτα,
στους τοίχους με τη λάσπη
και την τσαϊρίσια πέτρα
που ένας-ένας γκρεμίζονται,
μαζί με παραμύθια όμορφα, της ανατολής γλυκά,
με λέξεις ζαφειρένιες και παροιμίες της καρδιάς,
ξένες, μα τόσο αγαπημένες.

Κηδεία, τα μανάλια,
ο σταυρός, τα εξαπτέρυγα
και στου Πέντσα το χωράφι.
Χωρίς πια λαϊκές δημοπρασίες σε χώρους
κοινούς και ανοιχτούς.
Κλειστά γραφεία μόνον
κι αξιοπρέπεια φράγκικη εν περισσεία.

Ανάρτηση: 03/05/2013 - 13:28

Το ξόρκι

Εικοσιένα μήνες μετά το κακό, ο μικρός Ήρως
πήρε μια κόκκινη σημαία πρωί πρωτομαγιάς στο Όσλο
κι άρχισε με φωνές να κυνηγάει τα πουλιά
που λούφαζαν στα χόρτα, μπρός στα βομβαρδισμένα κυβερνητικά κτίρια.
Κάποιοι περαστικοί Βίκινγκς τον κοιτούσαν σαν χαζοί.

Πού να καταλάβουν οι άνθρωποι πως μόνο έτσι ξορκίζεις το κακό,
βάζοντας άσπρους γλάρους να πετάξουν…

Ανάρτηση: 02/05/2013 - 00:21

Μνήμη 1960 (ή περί εξορύξεων)

 

                                                                                                                         Photo: Athanasios Athanasiadis 

 

Κατακαλόκαιρο του κάμπου, τέλος μεσημεριού.
Ο μπαμπάς ημίγυμνος ξυρίζεται,
μυρίζει η κλειστή αυλή μοσχοσάπουνο Ερμής.

Ταραχή, ένα φορτηγό ανοιχτό πίσω
χτυπάει στο καλντερίμι και την άρρωστη λάσπη.
Όλοι στις πόρτες.
Οι πιο μικροί τρέξαν ξυπόλυτοι.

Εδώ που βγαίνουν αυτά τα δέντρα στα δεξιά ήταν το σπίτι,
ο τοίχος με την τσιμεντογωνία έγινε μετά,
στην εποχή της εγκατάλειψης.
Θυμάμαι έναν φράχτη με σύρμα και πέτρα ποταμίσια.
Ήταν της Τότσκινας – πάντα σχεδόν παίρναν τ’ όνομα της
     γυναίκας.

Ξεφόρτωσαν τον σκοτωμένο σαν σακί,
οι άλλοι τρεις στην καρότσα ήταν για δυο δρόμους
     παραδίπλα.
Ήταν ίσως η αγκούσα ή έπεσε ο φερές.
Στου Περδικάρη ή του Παπαντωνίου τα λιγνιτωρυχεία.

Τα δυο παιδιά του πάντως, χαίρονταν μαζί μας
– δεν ξέραμε τίποτα από θάνατο,
κι ας ήταν καθισμένος σ’ όλες τις γωνιές.
Ξέραμε όμως όλοι από σκάψιμο
– τι χρυσός, τι κάρβουνο, οι άνθρωποι ένα τέλος έχουν.

Γιατί μετά από χρόνια τόσα μου ξεσκίζετε τα σωθικά;
Αυτή η πόλη σε πληγώνει όπου κι αν κρυφτείς,
ακόμη και μ’ αυτά τα πρόστυχα, τα άυλα bit.

________________________________

[Κάθε φορά που γίνεται ατύχημα σε ορυχείο, όπου στον κόσμο, σφίγγεται η ψυχή μου. Ελάχιστοι στις Σέρρες εργάτες της ηλικίας του πατέρα μου δεν πέρασαν απ' τις γαλαρίες του Περδικάρη και του Παπαντωνίου. Οι υπώρειες του Λαϊλιά είναι ακόμη τραυματισμένες. Το βλέπεις όταν ανεβαίνεις στον Αϊ-Πρόδρομο, ή από τον Λευκώνα πας για Βύσιανη ή Ξηρότοπο. Αρκεί να έχεις μια ιδέα από γαλαρίες.
Οι τελευταίοι ελεύθεροι λιγνιτωρύχοι-γαλαριώτες δούλευαν μέχρι τα μέσα του εβδομήντα. Ο Θοδωράκης, ξάδελφος πρώτος της μάνας μου, ο Πάσχος απ’ τους Αγιανάργυρους και κάνα δυο Κορμιστινοί πρέπει νά ‘ταν οι τελευταίοι που ήξερα. Τότε πια έσβησαν οικονομικά και βιολογικά.
Τα ατυχήματα, η αγωνία για τους δικούς σου μέσα στην γαλαρία, οι συχνοί θάνατοι ήταν της κάθε μέρας.]

 

Ανάρτηση: 24/04/2013 - 23:18

Καράβια

H πόλη μου δεν είχε θάλασσα. 
Μία γυναίκα-άγγελος από τον κάμπο 
ήρθε ένα βράδυ σπίτι μας  
και μού 'μαθε να φκιάχνω χάρτινα καράβια.

Ανάρτηση: 21/04/2013 - 11:43

Λαϊκή αγορά ΙΙΙ

                                                                  Λαική Αγορά ΙΙ (1943), Γιάννης Σπυρόπουλος

 

Λαϊκή αγορά, πρωί Σαββάτου.
Ό,τι μπορεί να πουληθεί, πουλιέται.
Ως και μυγοσκοτώστρες Φλεβάρη μήνα.
Κι ο μικροπωλητής επαπειλών:
“Δεν αγοράζετε ε,
θα σας πω εγώ τον Αύγουστο!”

Και πώς την ξεχωρίζεις Θέ μου.
Αυτήν την ευγένεια ήθους και ψυχής.
Πώς αντικαθρεφτίζεται στα μάτια
και στις ψιλοδουλεμένες γραμμές του προσώπου.
Στην κάλλιστη αρμονία.
Τρεις-τέσσερις είναι όλοι κι όλες.
Και λες.

Να ένας μικρός στρατός
περίλαμπρος, αστραφτερός και νικηφόρος.
Με αρχηγό το γιο του μπαχτσεβάνου απ’ τα Νέα Πλάγια,
που ντρέπεται να κοιτάξει τις κόρες στα μάτια
γιατί ξέρει πως όλες θα τον ερωτευτούν
ανήκεστα, μέχρι θανάτου.
Έτσι όπως μόλις πέταξε πέρα την πανοπλία του
και στέκει μέσα στα μπλουτζήν του και τα λάχανα
περιλουσμένος τον ήλιο του πρωινού,
όμηρος αυτός απ’ την Αθήνα
ανάμεσα σ’ άγριους Μακεδόνες πρίγκιπες
που φωνασκούν.

Ανάρτηση: 19/04/2013 - 01:40

Εντίμως και εδώ

Εντίμως το ψωμί μου μόνον κέρδος αποκόμισα.
Ως τώρα. Και λέω:
Εδώ τη ζωή μας θα την φτιάξουμε
με ό,τι οι ολετήρες άφησαν.
Πέτρες, ξύλα σάπια ή καμένα κι άχυρα.

Εδώ όμως.
Στην άκρη της λασπωμένης θάλασσας,
στις όχθες των θολών ποταμών,
στα πόδια των γλυκών βουνών
στο άνοιγμα αυτής της εύφορης κοιλάδας.

Ανάρτηση: 11/04/2013 - 01:22

Λαϊκή αγορά ΙΙ

                                                             Η αγορά (1957), Χρόνης Μπότσογλου

Παζάρι στην Άνω Τούμπα.
Χυμένη σε σαράβαλους πάγκους
η εύλογη του τόπου αφθονία.
Μαλλιαροί μικροπωλητές
κι οι εύφορες γυναίκες τους ν’ ακολουθούν.

Ο μικρός Κωστάκης παράγει κι εμπορεύεται ντομάτα.
Έχει θέσει επί ορθογωνίου συστήματος συντεταγμένων
χωράφια, πάγκο, σπίτια κι αυτοκίνητα.
Έχει επιπλέον ελέγξει δυο τρεις συντεταγμένες παραπέρα,
δεξιά κι αριστερά, πάνω και κάτω
-όσες μπορούσε δηλαδή και του επιτρεπόταν.
Έστησε έτσι την ευτυχία του γόνιμη, όμορφη κι αποδεκτή.

Δυο λεπτομέρειες υπολανθάνουν μόνο.
Η χαμηλή τιμή πωλήσεως,
ανεξέλεγκτη τυχαία μεταβλητή
που κάνει δύσκολες τις νύχτες του.
Και η αγρία εκμετάλλευσις
της λάθρα εισαγομένης εργασίας
εκ των χωρών της καταρρεύσεως
που μου δημιουργεί δυσκολίες
ως προς την ταξινόμηση του Είδους.

Η μικρή γύφτισσα που πουλά πατάτες,
σέρνει τον αγαθό της γύφτο στον πολιτισμό,
μακράν νομάδος, τσαντιριού κι υπαίθρου,
εκθέτοντας λαλίστατα και συνεχώς
επί του εμπορεύματος και των πληθωρικών βυζιών της
προβλήματα οίκου και ψυχής,
κυρίως για το δεύτερο παιδί που θά ’πρεπε να έχει
αλλά και για το ΙΚΑ που την κυνηγάει
συν κάτι γραμμάτια του σπιτιού.
Αυτό χτίστηκε.

Συναλλαγή,
όμορφα είναι.
Η αφθονία να υπάρχει.
Τι είναι θεμιτό και τι αθέμιτο;
Ποιος ο κριτής και ποιος του παζαριού ο χωροθέτης;

Ανάρτηση: 08/04/2013 - 02:43

Περί καρέκλας και μέλανος ζωμού

Ποιος να μου πει και τι;
Γι' αυτήν την πόλη μου που όλο γίνεται άλλη.
Τις τράπεζες τις γεμάτες άβουλους, άνοες χρηματοφορείς κι
     επίβουλους χρηματοδέκτες.
Τις εταιρίες απεριόριστης ανευθυνότητας
που συνέχεια αλλάζουν χρώμα, όνομα, έδρα, αντικείμενο κι
     υποκείμενο.
Τους ένδοξους και διάσημους ακαδημαϊκούς μας συμπολίτες,
τους πολυγραφοτάτους και μετά έργου διεθνώς
     αναγνωρισμένου.
Όλον αυτόν το σαστισμένο κόσμο της που περπατάει στους
     δρόμους και δεν πάει πουθενά
αφού η θάλασσες έπηξαν μπροστά κι οι πίσω μας κουρτίνες
     μόλις που άρχισαν ν’ ανοίγουν-
σαράντα πέντε χρόνια τώρα σίδερο, έγιναν συνήθεια ή
     κοντραμπάντο.

Κάθε φορά που πνίγομαι από τον έρωτα της Σαλονίκης μου
πηγαίνω λίγο πριν το μεσημέρι στο πατσατζίδικο του Ηλία.
Ύστερα βόλτα πίσω, στα καρεκλάδικα,
και ψάχνω απελπισμένα μια βιεννέζικη, παλιά καρέκλα.

Ανάρτηση: 11/03/2013 - 01:15

Κυνηγώντας το αεικίνητον I

Αεικίνητον.
Πόθε μου μαύρε, σκοτεινέ.
Πήδημα πάνω από φράχτη με σύρμα αγκαθωτό
κήπου απαγoρευμένου μιας κερασιάς κατάφορτης
καρπούς που λάμπουν στο μεσημέρι άνοιξης γλυκιάς
που πάει να γίνει καλοκαίρι.

Πώς να σ’ αρπάξω; Πώς;
Τον Μπαμπλιαχάτσα, τον Αμπούτσο να γελάσω,
τους τρομερούς δραγάτες, και στιλπνόν ποδηλατάκι μου
αχ να σε φτάσω, να ξεφύγω
με τ’ άσπρο φανελάκι μου καρπούς γεμάτο,
όλος κατακόκκινα ζουμιά, κορμάκι κι ύφασμα.

Αεικίνητον.
Δεν σ’ έπιασα ακόμη.
Στα μονοπάτια γνώσης δυσκολότατης βαδίζω.
Μια τέχνη που δεν μ’ αγαπάει αγαπώ.
Ακόμη τρέχω επί σκουριασμένου ποδηλάτου
γελοίος πια, ενήλιξ ποδηλάτης, ανοήτως ριψοκίνδυνος
λεωφόρους ταχυτάτων οχημάτων διασχίζω.
Κι ακόμα ελπίζω, εν απορία διατελών.

Ανάρτηση: 01/03/2013 - 10:16

Σελίδες