Είστε εδώ

Λαϊκή αγορά ΙΙ

                                                             Η αγορά (1957), Χρόνης Μπότσογλου

Παζάρι στην Άνω Τούμπα.
Χυμένη σε σαράβαλους πάγκους
η εύλογη του τόπου αφθονία.
Μαλλιαροί μικροπωλητές
κι οι εύφορες γυναίκες τους ν’ ακολουθούν.

Ο μικρός Κωστάκης παράγει κι εμπορεύεται ντομάτα.
Έχει θέσει επί ορθογωνίου συστήματος συντεταγμένων
χωράφια, πάγκο, σπίτια κι αυτοκίνητα.
Έχει επιπλέον ελέγξει δυο τρεις συντεταγμένες παραπέρα,
δεξιά κι αριστερά, πάνω και κάτω
-όσες μπορούσε δηλαδή και του επιτρεπόταν.
Έστησε έτσι την ευτυχία του γόνιμη, όμορφη κι αποδεκτή.

Δυο λεπτομέρειες υπολανθάνουν μόνο.
Η χαμηλή τιμή πωλήσεως,
ανεξέλεγκτη τυχαία μεταβλητή
που κάνει δύσκολες τις νύχτες του.
Και η αγρία εκμετάλλευσις
της λάθρα εισαγομένης εργασίας
εκ των χωρών της καταρρεύσεως
που μου δημιουργεί δυσκολίες
ως προς την ταξινόμηση του Είδους.

Η μικρή γύφτισσα που πουλά πατάτες,
σέρνει τον αγαθό της γύφτο στον πολιτισμό,
μακράν νομάδος, τσαντιριού κι υπαίθρου,
εκθέτοντας λαλίστατα και συνεχώς
επί του εμπορεύματος και των πληθωρικών βυζιών της
προβλήματα οίκου και ψυχής,
κυρίως για το δεύτερο παιδί που θά ’πρεπε να έχει
αλλά και για το ΙΚΑ που την κυνηγάει
συν κάτι γραμμάτια του σπιτιού.
Αυτό χτίστηκε.

Συναλλαγή,
όμορφα είναι.
Η αφθονία να υπάρχει.
Τι είναι θεμιτό και τι αθέμιτο;
Ποιος ο κριτής και ποιος του παζαριού ο χωροθέτης;

 
Ανάρτηση: