Δεν ήμουν με τους νικητές ποτέ.
Δεν χάρηκα νίκη καμία.
Ίσως δυο-τρία γκολ παραπάνω
στο χώμα της αλάνας μας
(δώδεκα - εννιά, δεκαπέντε - δεκατρία),
το πολύ-πολύ καμιάν αποφυγή καταστροφής,
μιαν ήττα που, εν τέλει και τυχαία,
γύρναγε ανάποδα.
Πράγματα μάλλον σπάνια.
Μ’ όσους υποχωρούσαν άτακτα,
κυνηγημένοι, ξέπνοοι, κομμάτια,
τα βόλευα πάντα κι έλεγα:
εδώ είμαστε.
Με την αριστερά παρέα,
δεν είχαμε ούτε μια νίκη πενήντα χρόνια τώρα.
Έτσι θα πας μου λένε οι φίλοι
-σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.
Ναι.
Το κακό ξεκίνησε απ’ τον μπάρμπα-Γιοβάνη.
Κάτι φωτογραφίες απ’ το Αφιόν-Καραχισάρ,
σκόνη παντού και χώματα άγρια.
Τρομακτικές ιστορίες, παραμύθια της γιαγιάς Αντιγόνης,
ήρθα πολύ αργά να τον γνωρίσω, σχωρέθηκε στην κατοχή.
Κι απ’ το αμπέλι του.
Ποιος ξέρει τι είναι αμπέλι που φύτεψε ο παππούς;
Ποιος βάδισε ανάμεσα στα κλήματα ντάλα-μεσημέρι,
σε χώμα ξερό κι ήλιο λαμπρό, θανατηφόρο;
(Αφήστε τον Ελύτη στην ησυχία του, γι άλλα μιλάω.)
Ποιος έχει κοιμηθεί χαράματα σε ρίζα κούρβουλου πλάι,
ή σε κοφίνι δεμένο στο σαμάρι γαϊδουριού;
Και ποιος σκαρφάλωνε στα καπούλια του
μαζί με τον μικρό του αδελφό;
Έτσι δε γίνεσαι νικητής ποτέ.



