Είστε εδώ

στιχηρά

Της υποχώρησης και τ’ αμπελιού

Δεν ήμουν με τους νικητές ποτέ.
Δεν χάρηκα νίκη καμία.
Ίσως δυο-τρία γκολ παραπάνω 
στο χώμα της αλάνας μας
(δώδεκα - εννιά, δεκαπέντε - δεκατρία),
το πολύ-πολύ καμιάν αποφυγή καταστροφής,
μιαν ήττα που, εν τέλει και τυχαία, 
γύρναγε ανάποδα.
Πράγματα μάλλον σπάνια.

Μ’ όσους υποχωρούσαν άτακτα,
κυνηγημένοι, ξέπνοοι, κομμάτια, 
τα βόλευα πάντα κι έλεγα: 
εδώ είμαστε.

Με την αριστερά παρέα,
δεν είχαμε ούτε μια νίκη πενήντα χρόνια τώρα.
Έτσι θα πας μου λένε οι φίλοι
-σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.

Ναι. 
Το κακό ξεκίνησε απ’ τον μπάρμπα-Γιοβάνη.
Κάτι φωτογραφίες απ’ το Αφιόν-Καραχισάρ,
σκόνη παντού και χώματα άγρια.
Τρομακτικές ιστορίες, παραμύθια της γιαγιάς Αντιγόνης,
ήρθα πολύ αργά να τον γνωρίσω, σχωρέθηκε στην κατοχή.
Κι απ’ το αμπέλι του.

Ποιος ξέρει τι είναι αμπέλι που φύτεψε ο παππούς;

Ποιος βάδισε ανάμεσα στα κλήματα ντάλα-μεσημέρι,
σε χώμα ξερό κι ήλιο λαμπρό, θανατηφόρο;
(Αφήστε τον Ελύτη στην ησυχία του, γι άλλα μιλάω.)

Ποιος έχει κοιμηθεί χαράματα σε ρίζα κούρβουλου πλάι,
ή σε κοφίνι δεμένο στο σαμάρι γαϊδουριού;

Και ποιος σκαρφάλωνε στα καπούλια του
μαζί με τον μικρό του αδελφό;

Έτσι δε γίνεσαι νικητής ποτέ.

 

Ανάρτηση: 15/09/2013 - 11:18

Δεν είσαι γνήσιος hipster αν δεν τρυγήσεις...*

Ο τελευταίος τρύγος, Κική, ήτανε το 72. 
Μετά, ένα τρακτέρι με μια τεράστια αλυσίδα από πίσω, 
μπήκε στ' αμπέλι κι άρχισε να ξηλώνει κούρβουλα. 
Έδενε ο παππούς, τραβούσε εκείνο μέσα στη σκόνη.
Έμεινε ένα κατακαημένο σταροχώραφο.

Έχω τώρα δυο τρεις συνάδελφους, 
είχανε από πάντα τον καιρό τους.
Περίσσεψε χρόνος και βαρεμάρα, 
το είπε και η μόδα, 
αγόρασαν χωράφια έξω απ' τη Σαλονίκη, 
βάλαν αμπέλια και γίνανε ντεμέκ κρασοπαραγωγοί.

Τους ακούω να μιλάν, 
τους βλέπω ν' ανταλλάζουν τα κρασιά τους, 
σιωπώ και κρύβομαι.

Άλλοι καιροί, άλλος κόσμος.

____________
*Angeliki Dimaki-Adolfsen

Ανάρτηση: 15/09/2013 - 10:59

Το άνομον πάθος τεσσαρακονταετούς τινός καθηγητού

Μικρέ μου φοιτητή,
μικρή φοιτητριούλα μου
την ψυχούλα σου θέλω,
τους λογισμούς σου και τις σκέψεις σου,
το τι είδες,
το τι ξέρεις,
το τι έμαθες,
το πώς και το γιατί,
το από ποιο δρόμο
και το προς τα πού.

Σαν μέλισσα το είναι σου να κορφολογήσω,
μες στο κουκούλι του να μπω,
στις διαστάσεις του ενδοχώρου του
να κινηθώ και να εκτελέσω,
να ερμηνεύσω
τα λίγα που ότι κατέχω
λεν, μα την τύφλα μου.

Έρωτας άνομος είναι η δουλειά αυτή,
άσε τους άλλους να πορεύονται.
Δεν ξέρουν, δεν μπορέσαν.

Τυφλός Αριστοτέλης

Εγώ βλέπω μία κόρη ν' αγκαλιάζει
το άγαλμα του Αριστοτέλη.
Στο μέσον του Ιερού μας.

Δεν έχω ξαναδεί τέτοιο ζευγάρι αγκαλιά.
Έρως λοιπόν, τυφλός και σπάνιος ...
Που φτύνει τους μνησίκακους επαγγελματίες.

 

Ομολογία τριών γλωσσών

                                Στο πένθιμο χτύπημα της καμπάνας
                                έλεγε η μια: “κιουμ κιουμπερλίκ* μπρε μάνα;”
                                κι η άλλη απαντούσε: “ε, όποιανου τουν πιθήνισκι**”.

Τρεις άλλες γλώσσες να μου μάθουν πήγαν.
Άλογοι δάσκαλοι,
από καθέδρας ειδήμονες του εγωισμού τους μόνον.
Ζηλωτές κι αντάρτες του λόγου και της πράξης,
επί αθωότητος παιδικής ολετήρες ελπίδων.
Ανούσιοι, γλυκανάλατοι εραστές του ωραίου και της
     αλήθειας,
τόλμην μη έχοντες, τόλμην διδάσκοντες μα και συμβιβασμούς
     αράδα,
το θάρρος κηρύσσοντες κρυμμένοι απ’ το δείχτη τους πίσω.

Ποτέ κανείς τους όμως δε μπόρεσε να υποψιαστεί
πως εγώ τη μάνα μου και τη μάνα της πρωτίστως
     αγαπώντας,
την ανάσα και την τσακισμένη ελληνική τους,
σύμμεικτον με ξενικά ακούσματα,
εντόπια όμως
όσο κι ο καπνός, τ’ αμπέλια στα μπαΐρια των Σερρών,
η ντομάτα τ’ Αϊ Γιαννιού,
τα τουρκόσπιτα με την ποταμίσια πέτρα
που πέφτουν μόνα στα Καμινίκια τις Κυριακές,
διαφορά καμία δε βρήκα αισθητή.

Αγάπησα η αλήθεια είναι και τις τρεις,
στο χάος που φτιάχναν όλοι κι επιχαίραν,
εγώ, λίγο απ’ το όντως ον μπόρεσα κι είδα
καβαλώντας -που να φανταστούν!-
του Παππούλη μου τ’ άλογο, της πιθανότητας
και της στοχαστικής διαδρομής,
εν μέσω καταστρεπτικού θορύβου κι απειλητικών
     παρεμβολών,
καλπάζοντας σε διαλείποντα στροφήρη μονοπάτια
ημιτονοειδή του σήματος.
Τις πήρα χέρι το χέρι να δουλέψω
μιας κι εργαλείο γύρευα,
κώδικα πλαστικόν και προσαρμόσιμον
στην του Στρυμόνος μου περίκλειστην κοιλάδα,
στα χαμηλά βουνά ολόγυρα της.
Γλώσσα του αέρα και της υγρασίας,
αυτών που ήλθαν, αυτών που φύγαν,
αυτών που πέρασαν νύχτα.

 

                                    ________________
                                    *ποιος πέθανε
                                    **όποιος ήταν να πεθάνει

 

Ανάρτηση: 11/09/2013 - 01:03

Αυτονόητον

Ρε άει στο διάλο με τα αυτονόητα.
Τα βρίσκεις παντού και τα σνομπάρεις κιόλας!

Αυτονόητα δεν υπάρχουν.
Κάτι πήγε να πει ο παππούς Ευκλείδης, 
έμεινε με την Ευκλείδεια στο χέρι, 
μουσείο για να θαυμάζουν οι άσχετοι.

Σημείον, ευθεία, επίπεδον 
και κάτι λίγα της αξιωματικής, 
διαταγές για ορντινάντσες…

Πέσαν πολλές γενιές 
πολλά μυαλά πυρπολήθηκαν 
για κάθε στασίδι που βρίσκεις
να βάλεις τον κώλο σου.

 

Οδοντογλυφίδες και φουρφούρια

Μα τι στο διάλο σ' έφταιξε, 
αυτή η ράχη στα πόδια του Ορβήλου, 
στις εσχατιές της χώρας
και την κάρφωσες μ' αυτές 
τις γιγαντιαίες οδοντογλυφίδες;

Όταν θα πέφτουν θα σκουριάζουν 
ή θα καίγονται 
θα είσαι εκεί να τις μαζέψεις;

Όσο κι η επιδότηση,
τόσο θα κρατήσουν.

photo: Iliana Giannousi

Ανάρτηση: 08/09/2013 - 19:11

Δεν είναι μόνο να τα βρεις

Βρήκαν τ’ αρχαία πέρσι το χειμώνα.
Δεν είναι μόνο να τα βρεις.
Είναι κι εκείνα να σε βρουν.
Και να σε θέλουν.

Είδαν λοιπόν με τι είχαν να κάνουν.
Κάλεσαν φέτος το φθινόπωρο
τον ουρανό, τα σύννεφα και τον πατέρα τους τον Δία.
Μια καταιγίδα έφτασε να γίνει ποταμός,
τόπος κατάξερος, γεμάτος πέτρα.
Πού βρέθηκε το χώμα κι η τόση λάσπη θε μου;
Και ξαναθάφτηκαν.

 

 

Ανάρτηση: 01/09/2013 - 22:56

Οξυπύθμενοι

Είναι φανερή η προσπάθεια των αρχαιοκαπήλων.
Στο παράκτιο ευρυστόμιο σπήλαιο,
διαρκούντος του χειμώνος,
έστησαν το πρόχειρο εργαστήριό τους.
Κάποιοι βουτούσαν τις ήρεμες μέρες,
ανέβαζαν τα υπολείμματα των αμφορέων
και κάποιοι πυρετωδώς τακτοποιούσαν τα ευρήματα.
στο έδαφος του σπηλαίου, μακριά από μάτια περιέργων
κρυμμένοι από στεριά και θάλασσα.
Ξέρουν πως μόνον θερινοί επισκέπτες
φτάνουν στην άκρη του Κάβο-Σαλονικιού.

Δεν τους προέκυψε φαίνεται όμως,
ούτ’ ένας οξυπύθμενος ολόκληρος.
Είν’ όλα τακτοποιημένα, μα τίποτα αξιόλογο,
τρία-τέσσερα θραύσματα ο κάθε σωρός.
Η τύχη δεν ήταν με το μέρος τους.
Ας είναι, αυτοί συνέχισαν αλλού.

Τι να τον κάνεις αυτόν τον τόπο; Όλο γεννάει.
Και το καλό και το κακό δε φτάνουν
για να τον χαρούν. Δε φτάνουν.

https://genesis.ee.auth.gr/dimakis/Thasos/thasos38.html?fbclid=IwAR1ADrfAozb3KZMXEIgVjWyxu57fg4p69ELo0RMOQgfbe4F73n8LAtqT0IM

 

Ανάρτηση: 01/09/2013 - 10:55

Εργαστήριο κεραμικής

Χρόνια τώρα περπατούσα
τον μικρό κάμπο της Αστρίδας.
Μετρούσα τους εφτά λόφους γύρω της,
τα κρυμμένα λιμανάκια της,
τα χαραγμένα σύμβολα
στο μάρμαρο των λατομείων.
Μάζεψα ένα πανέρι όστρακα
σε μιαν αυλή, δυο πιθαμές γης.
Έλεγα πως αν ήμουν
ναυαγός ή πειρατής,
αλάνι στο βόρειο Αιγαίο
κι έπρεπε τη πόλη μου να κτίσω,
εδώ, εδώ θα διάλεγα
τον τόπο.

Έτσι στη στροφή,
εκεί που αφήνεις τη δημοσιά
να βγεις στο χωματόδρομο για τον οικισμό,
δυο βήματα δηλαδή κάτω απ’ την καλύβα μου,
φέτος τον χειμώνα βρήκαν τον πρώτο τάφο
κι ένα αρχαϊκό εργαστήριο κεραμικής.

photo: Christos E. Dimakis

 

Ανάρτηση: 31/08/2013 - 22:22

Σελίδες