Είστε εδώ

Θέρμη

Ξαπλώνω εγώ λοιπόν μικρή Κική κατάκοπος
στο πίσω κάθισμα του Scoda
προσμένοντάς σε,
χαράματα σε βρόμικο ακρογιάλι
πλάι στα καράβια των Περσών
καλά προφυλαγμένα από νότιο άνεμο
καθώς αυτοί γλεντοκοπούν στη Θέρμη
και συ κωπηλατείς
-για ποιόν;
για τι;
για ποια της θάλασσας δημοκρατία;-
εντολές ακούγοντας κι ηλίθια παραγγέλματα
ανεπαρκών ενστόλων.
Με την παλάμη μου ύστερα σκουπίζω
τα εύλογα δάκρυά σου
και στη ψυχούλα σου ενσταλάζω
την ανοχή, την αντοχή,
του πώς και του γιατί την χάριν,
του πρέπει και του δύνασθαι τα πάθη.

Έτσι, θεόγυμνος εγώ και μόνος
κρύο πρωί καλοκαιριού που ξέχασε κι αργεί,
σου γράφω εν τέλει πέντε στίχους.

 
Ανάρτηση: