Τώρα που κάθομαι και σκέφτομαι
κύριε διευθυντά…
Η ζωή μας πέρασε μονάχη της
-μια ιδέα που συνέχεια ωριμάζει.
Και δεν φτάνει πουθενά.
Τώρα σκέφτομαι πως την ψυχή μας
θά ‘πρεπε να την είχαμε κάνει ξέφραγο αμπέλι.
Είστε εδώ
στιχηρά
Κύριε διευθυντά
Tυχαίνει
…τυχαίνει νά ‘ναι γυμνός κανείς
και να τρέχει μόνος σ’ ένα στάδιο·
μόνος, με τον επιστάτη θεατή.
όποιος αντέξει ζει
ο κύκλος στένεψε
τα ψέματα τελειώσανε
συρθήκαμε ως το τέρμα
άλλο δεν τους έμεινε παρά
να αρπάζουνε σπίτια και μιστούς
άλλο δεν μας έμεινε παρά
να τους πετάξουμε έξω απ’ την πόλη
κι αυτοί να σταματήσουν δεν μπορούν
κι εμείς να χαθούμε έτσι δεν γίνεται
τίποτα εύκολο δεν είναι
κι όποιος αντέξει ζει
οι καρυοθραύστες
σπάω πάντα τα καρύδια μ' ένα σφυρί
σε μια πλάκα μαρμάρινη
να κάνει θόρυβο το κτύπημα
να βάζει τον ήχο της κι η πλάκα ως αντηχείον
μου πήρε η Μαίρη καρυοθραύστες
διάφορους ωραίους πρακτικούς
δεν τους γουστάρω· ακούγεται σκέτος
ο ήχος των καρυδιών που σπάνε
εγώ θέλω να θυμάμαι τον παππού Χρηστάκη
που τά ‘σπαγε με τα δόντια· στο στόμα και γελούσε
σαν πέθανε τον θάψαμε μ’ ένα μονάχα
δόντι λειψό· το είχε χάσει από καρύδι
απεργία
αύριο πρωί απεργία και συγκέντρωση
δεν πα’ να λέτε ότι θέτε εσείς·
εγώ αυτό έμαθα αυτό κάνω
άμα βρείτε κάτι καλύτερο ελάτε να με πείτε
πάρτε μονάχα υπόψη σας
πως ό,τι ειπώθηκε κοντά πενήντα χρόνια τώρα
αέρας ήτανε κοπανιστός
κι εγώ είμαι αρκετά μεγάλος για να ξέρω
αύριο λοιπόν
όλα να είναι ακίνητα
όλα να απεργούν
ν’ αποτρελαίνονται κοράκια πάνω μας
να πέφτει κόκκινο στη γραμμή του ορίζοντα
σε θάλασσα σε ακρωτήρι σε βουνό
καλά παιδιά και τεθλιμμένα
είμαστε θύματα της επιτυχίας μας
καυχήθηκε ο τζιτζιφιόγκος
η Ελλάδα σκοπεύει να επιστρέψει στις αγορές
το δεύτερο μισό του ‘16
μα ποιος τους υποχρεώνει να αυτοεξευτελίζονται
με τον ίδιο τρόπο όπως κι όλοι οι άλλοι
κοιτάξτε όμως όλες τις εικόνες του τις χθεσινές
είχε μία θλίψη ο δυστυχής - δεν κρύβεται
πού εκείνη η έπαρση των άλλων...
ας το βάλουμε στα θετικά
μας ξεσκίζουν καλά παιδιά και τεθλιμμένα
Βισαλτία
Δεν ήξερα ότι είχαν χτίσει φυλακές
πέντε χιλιόμετρα απ’ τη γέφυρα της Πεπονιάς
απάνω στον Στρυμόνα.
Ήξερα καλά τον τόπο μέχρι και το ογδόντα.
Η γέφυρα στοίχειωνε στην ιστορία του καπετάν Αλέξη,
πώς γλύτωσε την εκτέλεση στο κίνημα της Δράμας.
Νύχτες Σεπτέμβρη, θολά νερά και καλαμπόκια.
Έφτασα εδώ το εβδομήντα πέντε,
αδύναμος, εικοσάχρονος, φοβισμένος .
Ο μπάρμπα Χρήστος μας περίμενε,
σ’ ένα παλιό σπίτι με ψηλοτάβανα δωμάτια
έδειξε μια γωνιά, εδώ κοιμότανε ο Γιώργης.
Μουνούχι.
Τόπος πρώτης εξέγερσης, σταθμός της χωροφυλακής.
Λασάνης, μαύρος δάσκαλος, Μαύρη Θάλασσα,
ομάδα Ανδρούτσος.
Νιγρίτα.
Νίκος Φακής, να σώσουμε τον κόσμο από την πείνα,
μ' ένα καΐκι στην Αμφίπολη.
Να φέρνει λάδι από την Λέσβο, να δίνει στάρι.
Γιώργη Τσαρουχά, Βαγγέλη Κωστούδη, Θανάση Γκένιο,
του σαράντα ένα τρομοκράτες,
προσκυνώ σας.
Κι έπειτα φονικό, τυφλό,
αχόρταγο,
Οχτώβρη στους λόφους στα Κερδύλια.
Οι δεσμοφύλακες φονιάδες είναι δικοί μας.
Σιγή.
Και σύνορο του τρόμου το ποτάμι.
Σιγή κι Ευρώπη του πολιτισμού.
Και τότε Ευρώπη ήτανε.
Δικοί μας κι Ευρωπαίοι κείθε του ποταμού.
Δικοί μας κι Ευρωπαίοι δώθε του.
Ως και στο Ούσλο η Ελλάδα με πληγώνει
____________________
Oslo
photo: Google Earth
Γαλανόλευκος*
Ό,τι κινούμενον εν τη ακινησία του τοπίου
είσαι εσύ κι η θάλασσα.
Νεκρές όμως ή ζωντανές;
Ιδού η απορία.
Είσαι όμορφη
έτσι όπως ανεμίζεις
στην κορυφή του ογκώδους μας θεάτρου
μεταξύ Βερμίου και Θερμαϊκού.
Χαϊδεύεσαι με τον κρύο Βαρδάρη.
Απεγνωσμένα σειέσαι και κουνιέσαι
στην άγρια μοναξιά σου, χωρίς
τίποτα και κανείς να συγκινείται.
Έχω την αίσθηση πως είμαι ο πρώτος
-έστω και λόγω ανίας-
εδώ και χρόνια που σου δίνει προσοχή.
Είμαι βέβαιος πως κι αυτός ακόμη
που κάθε μέρα σ’ επαίρει,
δεν αναριγεί στο χάδι σου.
Θυμάμαι πάντως, κάτι χτύπαγε μέσα μου,
όταν μικρούλης μαθητής στη ερημία της επαρχίας μου,
στους δρόμους της παλιάς μου πόλης σε γυρνούσα.
Είσαι ωραία, όντως,
ως λάβαρον ελευθερίας,
δημοκρατίας και αειφόρου επαναστάσεως,
ως υπερασπιστής του δικαιώματος.
Αλλά…
Ωραία ήταν έναν καιρό λοιπόν τα ποιήματά μας
περί των ηρωικών αυτών συμβόλων μας.
Μα αυτά επέρασαν.
Και συ αναμένεις -τι αναμένεις;
Δεν είναι τα γελοία δάκρια των ανοήτων
που λιγοθυμούν δήθεν στη θωριά σου.
Είναι ή μη εμβάθυνση
στο νόημα της μοναξιάς σου.
Να εμπνεύσεις λοιπόν τι και σε ποιον πλέον;
Εξέλειπαν οι λόγοι της εμπνεύσεως.
Απέμεινε μόνον η ωραία σου εικόνα.
___________
* στίχοι προς απαγγελίαν κατά τας εθνικάς επετείους
Άγγελοι
Ωραία τα λόγια ρε παιδιά για τους Αγγέλους σήμερα.
Είδα μηνύματα πολλά μετά τα μεσάνυχτα
και μ' έπιασαν τα σορόπια.
Αντρέα άτιμε, με τα γλυκερά σου.
Τον πιο ωραίο άγγελο, ψηλό, ευθυτενή,
λίγο σκουρόχρωμο βέβαια,
χαμένο στα δικά του οράματα τον έχουμε ανάμεσά μας.
Γεια σου ρε Άγγελε με τα ωραία σου,
τις μουσικές και τα διαβάσματά σου,
τη τέχνη σου που μετράει το τίποτα και τον αέρα
και την υπομονή σου να χτίζεις εργαστήρια
του αόρατου επί ορίων
και βιβλιοθήκες στην ουτοπία του δικτύου.
Χρόνια σου πολλά.
Νίκο, πατέρας και γιος Αγγελικής κι εγώ!
Την δεύτερη την έχασα πριν δυο χρόνια άδικα.
Μ' άφησε δυο λευκά φτερά
να γράφω ποιήματα για τον καιρό της και τα χρόνια της.
Η πρώτη μου έφυγε εδώ και λίγους μήνες
για πρώτη της φορά, για να πετάξει ελεύθερη
- όλα τα πράματα έχουν τον καιρό τους.
Ξέμεινα από Αγγέλους θηλυκούς.
Μου μένει μόνο μια Μαρία.
Χρόνια πολλά σ' όσους γιορτάζουν.
Πόλη
Σκοτεινά παράθυρα,
μπαλκόνια στενά.
Γλάστρες με χώμα ξεραμένο,
λουλούδια με χρώμα αναιμικό.
Γυναίκες πρωί-πρωί
με άσπρες μάσκες.
Κουβέρτες που ζέχνουν,
κιτρινισμένα σεντόνια.
Κατουρημένα παιδιά,
αληθινά μάτια ανοιχτά.
Ένας υπόνομος στο δρόμο
που βούλωσε και τον ανοίγουν.
Εργάτες ιδρωμένοι
με καρρώ πουκάμισα.
Έμποροι, τεχνίτες,
μικροπωλητές.
Ο εφημεριδοπώλης, ο λαχειοπώλης,
ο εργολάβος κηδειών.
Πόρνες, παρθένες,
έντιμες κυρίες.
Ο ψεύτης, ο κλέφτης
κι ο παππάς.
Τα ζευγάρια, οι γέροι
στα παγκάκια της πλατείας.
Εγώ, εσύ,
ένας ξένος.
Το ρολόι της Δημαρχίας σταματημένο χρόνια
μαζί με τον αιώνιο κοντό ληξίαρχο κάτω του
-ίδιος ο Φέρεντς Πούσκας-
ν’ αναρωτιούνται συνέχεια,
χωρίς να τους δίνει κανείς σημασία
ποιος στην πόλη μας ζει
και ποιος πεθαίνει.
Σελίδες
- « πρώτη
- ‹ προηγούμενη
- …
- 65
- 66
- 67
- 68
- 69
- …
- επόμενη ›
- τελευταία »


