Τον κόσμο μας τον γέμισαν καθρέφτες.
Όπου κι αν πας, παντού καθρέφτες.
Ακόμη και στα δημόσια ουρητήρια
κατάργησαν τα μάρμαρα και βάλανε καθρέφτες.
Θέλουν να βλέπουμε παντού τον εαυτό μας.
Θέλουν να κάνουμε είδωλα κι εαυτούς ένα.
Λες κι έτσι θα μας κλέψουν την ψυχή.
Όμως οι σκέψεις μας εμάς, πετούν.
Οι σκέψεις μας είναι πουλιά,
είν’ αεροπλάνα.
Κι ο κόσμος μακριά, πέρα από κάτοπτρα.
Στον ουρανό, στα σύννεφα.
Είστε εδώ
στιχηρά
Κάτοπτρα
υποκείμενον
η ελπίδα είναι εδώ ανόητε
κάτω απ’ τα πόδια σου
και μπρος στα μάτια σου
είναι μικρούλα νέα ωραία κι ολοζώντανη
μα εσύ την αγνοείς
ούτε καν θες ακόμα να την δεις
ελπίζεις αλλού ακόμα κακομοίρη
ή πως εσύ θα την γλυτώσεις
από πού ρε
απ' τον οδοστρωτήρα
ή πως θα σε λυπηθούν
ποιοι ρε
αυτοί οι ανάλγητοι
Καθαρόν, διαυγές και νήπιον
Θυμάσαι τη θεσούλα σου όταν ζήταγες
απελπισμένα ν’ αποκτήσεις
περιοδεύοντας γραφεία,
διαδρόμους ατελείωτους
και σε προθάλαμους στεκόσουν
άβολα μπρος σ’ άθλιες γραμματείς;
Τώρα που την καρέκλα σου καβάλησες
και τα συρτάρια του γραφείου σου
γέμισες κωλόχαρτα, σφραγίδες και υπογραφές,
τώρα κοιτάζεις αλλονών χαρτιά
έργα κι εργασίες με ύφος και αέρα
τους κρίνεις και τους επικρίνεις
με τα μικρά σου πονηρά ματάκια
μισόκλειστα δήθεν πίσω απ’ τα γυαλιά.
Αχ εκείνο το μικρούλι Prof.
μπρόs στ’ όνομά σου
πώς φαντάζει!
Τώρα αναμένεις ίδια
από περιφερόμενους ομοίως
σ’ όμοια γραφεία κι ίδιους προθαλάμους.
Γι’ αυτό και τόσος φόβος, τόση αποστροφή,
πώς έγινε να μη σε προσκυνάει,
πλάι σου να ’ναι από δρόμον άλλον
και τα γραμμάτια σου να ξέρει να μετράει,
της κάθε σου ανέλιξης το φόβο και το κλάμα.
Ενάργειας έργο δεν απόκτησες ποτέ,
το εντελώς έχειν των πραγμάτων έτσι τ’ άφηνες
για άλλοτε, για όταν θα μπορούσες, για ποτέ.
Αυτό το άλλοτε, το ύστερα,
εκείνη τη μικρούλα την χαρά που δεν έρχεται
παρά μονάχα με το καθαρό άρα,
το διαυγές διότι,
το νήπιον γιατί.
Ο ήχος, η τριβή κι ο χρόνος
Δέκα με δεκαπέντε
ωραία τραγούδια
είμαι όλος κι όλος.
Τα μισά είναι του πλέον
αγαπημένου μου παλιάτσου,
του οσίου Διονυσίου.
Αυτά μου τύχαιναν
στις δύσκολες στιγμές,
μ’ αυτά μεγάλωσα και τα παιδιά μου.
Ήχοι σκληροί,
κι οι μελωδίες τους τραχιές.
Δε μου πηγαίνουν λείες επιφάνειες.
Της τριβής ήμουν ανέκαθεν,
όχι πάντα της σύγκρουσης,
μα της ετοιμασίας της.
Ο χρόνος, ο χρόνος που λειαίνει,
μαλακώνει, διαλύει, ετοιμάζει κι υποσκάπτει.
Αυτός ήταν ο δικός μου.
ένας γέροντας στον Στρυμόνα
δεν σκέφτομαι τον πόλεμο
που έρχεται έτσι κι αλλιώς
σκέφτομαι πως η ειρήνη που θα ‘ρθεί μετά
θα είναι πιο μεγάλη απ’ αυτήν που έζησα εγώ
πολύ πιο πάνω από εβδομήντα χρόνους
χαρά σ’ αυτούς που θα την ζήσουν
τέσσερα εγγόνια έχω
έχω τέσσερεις λόγους λοιπόν επιπλέον
εκτός απ’ τ’ ότι είμαι άνθρωπος
να μη σιωπώ να το παλέψω
για να τα στείλω από την άλλη του πόλεμου πλευρά
μόνον σταυρός ή πρόστιμον
αρχίζω να υποψιάζομαι ότι το κάνουν επίτηδες
σε κάθε εθνική μας επέτειο
μετρώ τις αναποδογυρισμένες γαλανόλευκες
έφτασα φέτος πάνω απ' το τριάντα
στη διαδρομή σπίτι-πανεπιστήμιο
είναι κοινωνικόν φαινόμενον πλέον
και ή θα το πατάξωμεν ή θα το καλύψωμεν
επιβολή προστίμου το λοιπόν
ή επιστροφή στον σκέτο
τον πριν απ’ την χούντα καθαρό σταυρό
η συμμετρία του τουλάχιστον
καλύπτει και βλακεία κι αδιαφορία
περίγελως
πώς σε περιπαίζουν έτσι
πώς σε περιγελούν
και πώς το δέχεσαι
για ποιαν ανταμοιβή ρε κακομοίρη
[πώς σε περιπαίζουν ...]
πώς σε περιπαίζουν έτσι;
πώς σε περιγελούν;
και πώς το δέχεσαι;
για ποιαν ανταμοιβή βρε κακομοίρη;
τουρσί μελιτζανάκι
το σπίτι μοσχοβόλαγε σέλινο ξύδι σκόρδο
απ' το τουρσί μελιτζανάκι που ετοίμαζε η Μαίρη
άνοιξα την πόρτα να φύγω στη δουλειά
με τύλιξε η κανέλα που ευωδίαζε στην σκάλα όλη
απ' της γειτόνισσας τον πρωινό μουσακά
Σελίδες
- « πρώτη
- ‹ προηγούμενη
- …
- 66
- 67
- 68
- 69
- 70
- …
- επόμενη ›
- τελευταία »
