Είστε εδώ

στιχηρά

[Κάτσε τώρα...]


Κάτσε τώρα στο φως του φεγγαριού
που σε γυμνώνει.
Κάτσε τώρα στην ησυχία της νύχτας
που σε τυλίγει.
Κάτσε τώρα στην ομορφιά της μοναξιάς
που σε γεμίζει.
Σκέψου στην άκρη του κόσμου την ελπίδα
που την σκοτώνουν.
Σκέψου στον ατέλειωτο ουρανό τη δικαιοσύνη
που κοιμάται.
Σκέψου στον άλλο κόσμο τους νεκρούς
που σε δικάζουν

Στο μάγουλό σου πιο πάνω γεννήθηκε ένα δάκρυ.
 

Ανάρτηση: 18/11/2015 - 00:59

[Τα χρόνια που πέρασαν...]

Τα χρόνια που πέρασαν
μαχαίρια μας κάρφωσαν
γερά απάνω στην πλάτη.

Τα χρόνια που πέρασαν
μας μεγάλωσαν πρόωρα,
μας γέρασαν πρόωρα.

Τι αξίζει ένα πέταλο άσπρο
                         μιας μαργαρίτας
από μια πλαγιά βουνού
                         ελληνικού;

Τι αξίζει πιο πολύ απ’ τη ζωή
ενός νέου –παιδιού- με γυαλιά μυωπίας;

Τι είναι ένα εκκλησάκι άσπρο
σ’ ενού σταχτιού βράχου την άκρη
που ζευγαρώνουν παιδιά από πίσω του;

Είναι βαριά τα φονικά,
                                         ασήκωτα …
Στα μέρη που σ’ έσπειραν,
φύτρωσες και σε μεγάλωσαν
κάθε πρωί βλέπεις τον ήλιο
και με το σούρουπο εφιάλτες.
Μάης – Ιούνης ‘73

Ανάρτηση: 17/11/2015 - 01:37

[Την ώρα που σκολάγαν...]

Την ώρα που σκολάγαν τα υπαίθρια σινεμά,
τότε που ο καθείς στο σπίτι πήγαινε
για τη γλυκιά γωνιά
και την ζεστή αγκάλη.
Την ώρα που η σελήνη καρφώνονταν στο κέντρο τ’ ουρανού,
τότε που ο καθένας μπόραγε να είναι ευτυχισμένος.
Την ώρα που ο ύπνος έπαιρνε μεγάλους και μωρά.
Τότε που όλα ήταν πεπληρωμένα.
Κηρύχτηκε πόλεμος.

Ανάρτηση: 16/11/2015 - 22:07

Μεταξύ + και -∞

Ανεβαίνουμε.
Συνέχεια ανεβαίνουμε
Τα πόδια μας πονούν.
Ο ταρσός, το μετατάρσιο.
Οι άκρες των δακτύλων μουδιασμένες.
Ούτε τις νοιώθουμε.

Ανεβαίνουμε.
Η βροχή που πέφτει στους ώμους.
Τα ρυάκια στους δρόμους.
Η ερημιά
κι η μονότονη μιλιά του νερού.

Ανεβαίνουμε.
Στις λάσπες παιχνιδίζουν βατράχια.
Η πολιτεία γέμισε βατράχια.
Απλώνω τα χέρια ν’ ανοίξω την πόρτα.
Αγγίζω στο πόμολο σαλιάγκια γυμνά.

Ένα κενό κάτω απ’ τα πόδια μου.
Τα χέρια μου στο άπειρο.

Κι οι υπουργοί να παραιτιούνται,
οι μάχες να μη σταματούν
κι όλοι ένα γύρο να κοάζουν.

… Να πάψω να γλιστρώ,
     να κρατηθώ, να σκεπαστώ, ν’ αντέξω
     θέ μου!

Ανάρτηση: 16/11/2015 - 18:47

Πάσαν την βιοτικήν

Ο βίος είναι αβίωτος σαν γίνεται δικός, σου λένε.
Ο βίος σου δεν είναι υπόθεση δική σου.
Ο βίος σου μπαίνει σε φακέλους.
Ο βίος σου γίνεται γράμματα σε γραφομηχανές.
Άνθρωποι τον παίζουνε στα δάχτυλά τους,
τα κιτρινισμένα απ’ τον καπνό του τσιγάρου.
Άλλοι τον τσαλακώνουν και τον πετούν
σε κάλαθους αχρήστων, σε γωνιές γραφείων.
Άλλοτε για χρόνια τον ξεχνούν
σ’ ένα συρτάρι όλο μούχλα.
‘Πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν …’

Ανάρτηση: 16/11/2015 - 13:37

Στις γωνιές

Αργοσαλεύουμε τις νύχτες στα φτυσμένα πεζοδρόμια
Βαδίζουμε σε πλάκες χιλιοπατημένες
Στις γωνιές ακουμπούμε τις πλάτες
και κοιτάζουμε τον θολό ουρανό
Στις γωνιές μας πατούν
Στις γωνιές μας χτυπούν
Στις γωνιές μας σέρνουν

Ανάρτηση: 16/11/2015 - 11:39

Μνήμη

Τα βότσαλα που μας έφερε
                      η πολυκύμαντη θάλασσα
Οι κροκάλες οι απιθωμένες
                      πάνω στην άμμο του γιαλού
Και τα σπασμένα κομμάτια
                      της βάρκας που βούλιαξε στ’ ανοιχτά
Θυμίζουν…

Ανάρτηση: 16/11/2015 - 09:31

Θρώσκων καπνός

Τι να σου ειπώ κι από πού ν’ αρχινήσω.
Τα λόγια μένουν στο στόμα ξερά.
Τα νησιά τα σπέρνει κανείς με νιάτα.
Τις θάλασσες γύρω απ’ τα νησιά
τις οργώνει τ’ απελπισμένο βλέμμα.
Και τον καπνό τον ‘θρώσκοντα’ για χρόνια
τον μπερδεύει με τον καπνό του τσιγάρου του.

Ανάρτηση: 15/11/2015 - 21:22

Divina Commedia

Ξέρεις, το στάρι τό ‘σπειραν
το φρόντισαν, το μάζεψαν
κι ύστερα τ’ άρπαξαν οι στρατιώτες.
Κι όσοι ήταν οι κόκκοι του σταριού
τόσοι ήταν κι οι στρατιώτες, όλοι παιδιά
πρασίνισεν ο τόπος - φαντάρος και σπυρί.

Δεν την μπορώ την Divina Commedia.

Ανάρτηση: 15/11/2015 - 21:05

[Τα πρόσωπά μας...]

… Τα πρόσωπά μας οχτωβριάτικα χωράφια, οργωμένα
κι οι ματιές μας χτυπιούνται σα σπαθιά.
Ούτε κρύο νοιώθουμε ούτε ζέστη…

Ανάρτηση: 15/11/2015 - 15:40

Σελίδες