έλα μωρέ
και τι είναι ένα
supplemental memorandum of understanding
ή μία
compliance report
τίποτα
δες και τι έγινε
καθημερινά πράματα
η ζωή να περπατάει
στα τέσσερα σερνάμενη
για κάποιους
για λίγους ή πολλούς
ξέρω 'γω
έλα μωρέ
και τι είναι ένα
supplemental memorandum of understanding
ή μία
compliance report
τίποτα
δες και τι έγινε
καθημερινά πράματα
η ζωή να περπατάει
στα τέσσερα σερνάμενη
για κάποιους
για λίγους ή πολλούς
ξέρω 'γω
κι όμως αυτός ο σιδερένιος γίγαντας στο πλάι σου
δεν είναι σήμερα εδώ γιαβρί μου· χάθηκε όπως ήρθε
τον έριξαν χθες βράδυ αργά· δούλευαν όλη νύχτα
μαζέψαν τα κομμάτια του ως το πρωί και φύγαν
είν’ εύκολες οι μεταλλικές κατασκευές
σήκωσε ότι ήταν να σηκώσει
πέτρα τσιμέντα σίδερα και χώμα
τέλειωσε η υπεργολαβία του
σ' ετούτη την καταραμένη τρύπα
και πάει γι' άλλα κι άλλους
εσύ όμως ήρθες και σήμερα για νερό
κι εγώ όπως πάντα
τριανταπέντε χρόνια τώρα δάσκαλος
και τα παιδιά για γράμματα
όταν η τρύπα θα τελειώσει
και θά ‘χουν περάσει οι συρμοί
χιλιάδες φορές κάτω απ’ την γη
μ’ εκατομμύρια ταλαιπωρημένους στα βαγόνια τους
κάποιοι εδώ θα κάνουν μαθήματα άλλα
κι ωραία πουλιά θα ψάχνουν το νεαρόν ύδωρ

συγνώμη πουλάκι μου σε ξέχασα εχθές
και όλη την μέρα έψαχνες στις τρύπες
του πλαστικού για δροσερό νεράκι
από τους νεροχύτες των κλιματιστικών
έτρεχα ο έρμος γι' άλλα ανήμπορα
απόψε το τάσι σου είναι γεμάτο

τα καλύτερα τρακτέρια ήταν οι Ζέτορες
μετά ήταν τα Μπελαρούς
δεν έφτανε όμως τότε μόνον αυτό
για να σκοτώσεις
ίσως γιατί κανένας μας στη γειτονιά δεν είχε
θα ήθελα αυτόν τον λόγο να τον πω
'επί της μικράς ιδιοκτησίας'
θ' αρχίσουν όμως οι τσόγλανοι
τα 'είσαι ακτήμων ρε'
Τι θέλουν όλοι αυτοί στον τόπο μου;
Πώς βρέθηκαν εδώ, πώς ξεφυτρώσαν;
Πώς έμεινα ολομόναχος, άλαλος και κουφός;
Τι διάολο συμβαίνει και δεν νογάμε γρι;
Δεν έχει τίποτα να μας ενώσει.
Τίποτα.
Τι ψάχνετε σ’ άδειες βιβλιοθήκες,
διαγουμισμένες αποθήκες,
πολιτείες νεκρές,
κοιλάδες και βουνοπλαγιές καμένες;
Τίποτα δεν έμεινε να μας ενώσει.
Ακούς τη φωνή σου, τον αέρα, τη βροχή.
Τίποτα άλλο.
Τι μπορεί κι ακόμα σε δένει μ’ αυτήν τη γη;
Πέντε διαβάσματα;
Πέντε παραμύθια της γιαγιάς;
Μια μάνα, ένας πατέρας;
Ποιος τώρα να λογαριάσει κάτι τέτοια;
Το κακό της πόλης μου βλέπω μόνον.
Ελπίδα καμιά.
Μεγαλώνω παιδιά
μου τα μαγεύουν άλλοι.
Λένε,
μπαμπά δε ξέρεις τι λες.
Μα εγώ ξέρω καλά.
ξενύχταγα όταν γεννήθηκες
γιατί ήσουν δύσκολη στον ύπνο σου
ξενύχταγα όταν άρχισες να βγαίνεις κι αγωνιούσα
γιατί ήσουν άγρια και ζόρικη
ξενύχταγα όταν έφυγες
για να σπουδάσεις μακριά· και πιο μακριά
ξενύχταγα όταν γένναγες τα παιδιά σου
και τώρα ξενυχτώ με τα ταξίδια σου
πάνω και κάτω απ' τον βόρειο πολικό κύκλο
η μοίρα σου πρόστυχο
και πώς την χαίρομαι
να σαπίζεις
η μπούκα σου μπουκωμένη με τσιμέντο
στον μόλο πακτωμένη
και η κωλάθρα* σου έξω να κοιτάει ουρανό
να δένουν πάνω της
ψαράδες του μπακαλιάρου
της ρέγγας στον αρκτικό
____________
*https://books.google.gr/books?id=mdQiAwAAQBAJ&pg=PA906&lpg=PA906&dq=%CE%...
photo: Angeliki Dimaki-Adolfsen Vardø Norway
θα σωθούν
παρά τις μισοάδειες σακούλες με τα ελάχιστα στα χέρια
παρά τα φευγαλέα χαμόγελα της υποχρέωσης
που σβήνουν αμέσως μόλις τα βλέμματα χαμηλώνουν
στον βιαστικό χαιρετισμό
στην έξοδο της προσφοράς της φτήνιας
θα ζήσουν
θα ξαναχτίσουν αυτοί ό,τι γκρεμίζετε
το νοιώθεις στον αγέρα του Ιούνη το μυρίζεις
το βλέπεις πάνω απ’ την ρημαγμένη πόλη
την ξεπλυμένη θάλασσα
το έχεις ξαναδεί
χωρίς εσάς
έτσι οι κόσμοι χτίζονται …
και μη φοβάστε
δεν θα σας αφανίσουν
θα μπορούσαν …
είναι πολύ μεγάλη τέχνη αλάνι μου
ν' αρπάζεις
το βρακί του φτωχού
κι ετούτο το ξένο σκυλολόι,
είναι εξαιρετικά ανίκανο
για να το κάνει χωρίς ντόπια τσιράκια
δικούς μας γύφτους σταυρωτήδες
χωρίς χιλιάδες φλώρια και κανάρες
να ‘χεις τα μάτια σου ανοιχτά
να τους προσέχεις
όταν θα φεύγουνε λοιπόν οι ξένοι
καρδούλα μου
θα είναι ντάλα μεσημέρι
ή νύχτα με χιλιάδες προβολείς
-όπως γινόταν πάντα δηλαδή-
στο φως
κι όταν δεν θά ‘χει μείνει πια
πέτρα πάνω στην πέτρα
είναι τότε που γίνεται
μαχαίρι το κλάμα
και το δάκρυ φωτιά
κι από τους ζωντανούς
μένουνε μόνον θεόγυμνοι
αλλόφρονες στους δρόμους
φύλακες μ’ όπλα πεταμένα
κι οι μπιστικοί με στόματα ανοιχτά
μού ‘λαχε να το δω μία φόρα
κι ήμουνα ολομόναχος
σ’ έρημη δημοσιά ποδηλάτης
ελπίζω να το δω και δεύτερη
μα νά 'μαι πλάι σου λεβέντη μου