φυτρώνουν οι υψηλότατοι αείλανθοι
επάνω σου και δίπλα σου και μέσα σου
κλείνουν τα μονοπάτια
μα εσύ δεν ήθελες παρά να είσαι φύλλο
ακάνθου απάνω σε κιονόκρανο κορινθιακό
με τόσην αστόχαστη επίκληση της καινοτομίας
σας ξέφυγε η πιο αδιανόητη εκδοχή της
αυτή του φονικού όταν ο φονιάς θέλει να πεθάνει
δεν είναι πεδίον νέον πάντως ως συνήθως
είναι η προ αιώνων κόρη της απελπισίας
ενδεδυμένη τα ρούχα που της ετοιμάσατε
________________________
* Suicide Bomber Improvised Explosive Device
είναι αρκετές οι δύο καταδύσεις
στα κρύα νερά βαθιάς ακανθινής ακτής
να κλείσουν όλες οι πληγές
του δέρματος και της επιφανείας
των ανοήτων πελταστών κι όλης της ψιλοσύνης
μπροστά στο θάμα του Στρυμόνος και του Άθωνος
μένει μόνο το σιδηρούν δόρυ του δεύτερου οπλίτη
στην ξύλινη πύλη σου για πάντα καρφωμένο
οι Χαλκιδείς κι οι Άνδριοι σφάχτες να δικάζουν το κορμί σου
αυτά δεν σβήνονται με τίποτε
μόνο με τις φωτιές του Διπλαράκου στα ψηλά του Κάκαβου
να κοροϊδεύουν τα κανόνια των ευδρόμων
είναι κοντά τριάντα χρόνια
που τον προσμένω στην Αστρίδα
παρέα με χαλασμένους Θάσιους
τζίφος
πότε άθλιοι Θράκες πότε χαχόλοι Ήδωνες
πότε καλόβολοι Λημνιοί ή Μυτιληνιοί με ξεγελάνε
πέφτω μετά στα μαύρα
δεν ήρθε και φέτο ο κόπανος από την Πάρο
σκέφτηκα πως αν ήταν νά 'ρθει
θά 'πιανε πρώτα τα βόρεια του Άθωνος
θα πάω λοιπόν στην Άκανθο να περιμένω
ίσως να είμαι φέτο τυχερός
Ήρθε και στήθηκε ο βρωμιάρης
είκοσι και μερόνυχτα μπροστά μας.
Ψάρευε κάθε βράδυ έναν γύρο απ΄ την Παναγιά,
ακούγονταν και κάτι ύποπτες βροντές,
ξεψάριζε όλη μέρα στο πλάι των κολυμβητών.
Ένας φαινόταν στο κατάστρωμα,
μαυριδερός και στραβοκάνης,
τραγούδαε μέρα-νύχτα Καζαντζίδη.
Μ’ ένα τριπίθαμο μαχαίρι στην χερούκλα του
κι ένα λάστιχο, να πλένει τα αίματα στη κουβέρτα,
πέταε τα πτώματα στη θάλασσα,
μάζευε όλο το καραγλαριό να το ταΐζει.
Μάζεψε ο μικρός στο κουβαδάκι ένα πρωί,
σάπιο και ξεσκισμένο από τους γλάρους, ένα φανάρι.
‘Κοίτα παππού, βρήκαμε ένα τέρας.’
Κολύμπησα την ίδια μέρα πλάι του.
‘Από την Πάρο είσαι;’
Άνοιξε το σκαμμένο πρόσωπο,
ένα χαμόγελο όλο φως, μέχρι τ’ αφτιά.
‘Όχι, εκείνος ήταν άλλος.
Εγώ είμαι Λημνιός.
μέχρις εκεί· σκαρφαλωμένη στην σκάλα
το τιμόνι να λιμπίζεσαι και τις ταχύτητες
ανάμεσα στις δυο θηριώδεις ρόδες του τέρατος
που ακόμη λένε σεμνά γεωργικό ελκυστήρα
όταν γλυκιά μου ήμουν ίσα με σένα
σκαρφάλωνα στο τιμόνι του πριν με δουν
και μετά με κυνηγούσαν
πού να μπορέσεις τώρα να το φτάσεις
αυτό το περίκλειστο γερμανικό θηρίο·
έχει μέχρι και αιρκοντίσιον
σ’ αφήνει κρεμασμένη απ’ έξω
να το κοιτάς πίσω απ’ το τζάμι
άλλη εποχή ματάκια μου
μα ο δικός μας πόθος ίδιος