ποιος ξέρει από ποιον παράδεισο
του Ευφράτη ή του Τίγρη
σε διώξαν σε ξερίζωσαν
για να μαζεύεις φασολάκια σ' αυτήν την βόρεια ευταξία
και να νομίζεις Κυριακή πρωί Αυγούστου
πως είσαι ένα με την γη σου
άντε τώρα να στα ζυγίζουν να πληρώνεις
ο δεύτερος είναι ένα τίποτα
μου είπε ο έντιμος προπονητής
σκεφτείτε το
είπα να τον πάρω και να φύγουμε
είχε όμως ήδη ανέβει σ' ένα διπλό
για να του δείξουν πώς· δεν κατέβαινε με τίποτε
δεν είχα παρά να του μιλήσω
πήγαμε έτσι δεκατρία χρόνια στο κουπί
και τις πρωτιές μας είχαμε
και τις εθνικές μας
οι ποικιλοτρόπως και πολλαπλώς ενισχυμένοι πρώτοι
πάντα ένοιωθαν την ανάσα μας πίσω τους
και πότε πότε βλέπανε την πλάτη μας
ξέραν πως είχαμε ό,τι δεν είχαν
δεκατρία χρόνια δεν ήταν κι άσχημα
χαλάλι
χορεύουν οι ελιές με τα καραγάτσια στη Νταμούχαρη
δεν βρήκα τον Χείρωνα* ούτε από μνήμης
ούτε και με συντεταγμένες απ' το γραφείο
8-6-9
μου είπαν πως σ' έχουνε στην database
και χάθηκα στον ήλιο και το μάρμαρο
μέχρι λιποθυμίας
καλύτερα έτσι ίσως
χαιρετισμούς λοιπόν
ας πάμε γι άλλα Νίκο
____________
*Νίκος Μάργαρης
το μονοπάτι πέρναγε μέσα από την αυλή
στο σπίτι σύριζα κι απάνω απ' τ' αυλάκι
Νταμούχαρη - Παπά νερό
σπίτι κρυφό και λιμανάκι αόρατο απάνεμο
ένα πράμα· καταφύγιο
λένε στα μαύρα χρόνια έσωνε
ψυχές και σώματα στο Μούρεσι
ευθεία απέναντι
ο Αϊ Στράτης και ο Μόλυβος
το Αϊβαλί κι η Πέργαμος
κι από την άλλη
Πήλιο και δάσος σκοτεινό
στάρι αλεύρι λάδι ελιές σύκα άνθρωποι κι όπλα
τώρα που οι πέτρες γίνονται σκόνη και χαμός
σβήνουν και γράφουν την αγία μνήμη
οι εξοχότητες του σιδερά και του σαράφη
με δράσεις και προγράμματα της σωτηρίας του κώλου
δεν στέργουν για να το χαλάσουνε οι ζωντανοί του
είπα πως θα τον έβρισκα στην Άκανθο
σιγά μη κάτσει σ’ ένα τόπο ο αλητήριος
ψιλοπράματα
κάτι σπαράγματα παραληρηματικά
κι ένα στραβό ραβδί στην άμμο
δαρμένο από σαράντα κύματα
το πληγιασμένο πόδι του ν' αλαφραίνει
δεν θέλω άλλες ιστορίες μ' αποικίες φέτο
φτάνει πια
θα πάω στον νότο
να βρω τον φίλο μου τον Χείρωνα τον Μάγνητα
τρεις χρόνους τώρα κάτω απ' το μάρμαρο
έλεγε πως στο Μούρεσι
του πήρε ο δρόμος ένα μικρό οικοπεδάκι
καρφάκι δεν του καίγονταν
μόνο για να πιστεύουμε ότι είναι από το Πήλιο
είπα πως θα τον έβρισκα στην Άκανθο
σιγά μη κάτσει σ’ έναν τόπο ο αλητήριος
ψιλοπράματα
κάτι σπαράγματα παραληρηματικά
κι ένα στραβό ραβδί στην άμμο
δαρμένο από σαράντα κύματα
το πληγιασμένο πόδι του για ν' αλαφραίνει
καλά που δεν φαινότανε κι η Θάσος κάθε μέρα
για να με πιάνει η στεναχώρια
πως είμαι απέναντί της μακριά
ένα βραδάκι μόνο καθάρισε ο ορίζοντας
και κόντεψα να σκάσω
δεν θέλω άλλες ιστορίες μ' αποικίες φέτο
φτάνει πια
θα πάω στον νότο
να βρω τον φίλο μου τον Χείρωνα τον Μάγνητα
τρεις χρόνους τώρα κάτω απ' το μάρμαρο
έλεγε πως στο Μούρεσι
του πήρε ο δρόμος ένα μικρό οικοπεδάκι
καρφάκι δεν του καίγονταν
μόνο για να πιστεύουμε
ότι είναι πράγματι απ' το Πήλιο
_______________
*Νίκος Μάργαρης
photo: Christos E. Dimakis Ιερισσός
χορεύουν οι Κινέζοι απάνω σου
λένε οι ξεδιάντροποι πώς πέσαν απ’ τον ουρανό
παπάρια· τους έφερε ένας ξένος βασιλιάς μωρός
στολίδια για τον κήπο της στέρφας γυναίκας του
κι αυτοί δραπέτευσαν να ξεσαλώνουν
αιώνες δύο τώρα στα χαλάσματα όλης της χώρας
ας είναι· παραμένεις
δεν σε κομμάτιασαν ούτε σε κάναν σκόνη
όπως ας πούμε ο παλιός Νίγδελης τα σπλάχνα σου
κι οι Ινδιάνοι απ' την British Columbia την κοιλιά σου
δεν είναι ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι
αμέτρητοι χορέψανε στην ράχη σου
ελάχιστοι σ' αγάπησαν
εκείνος ο νταρνάκας έμπορας Εμμανουήλ
αυτοί που σώρευαν πέτρες κι άναβαν φωτιές στον Κάκαβο
κι ίσως κι εγώ· τώρα τελευταία
μπήκατε πάλι για τα καλά στον κύκλο ε
χτυπάει το κακό πια κάθε μέρα
αλλού κι αλλιώς
δεν έχει έξοδο
είναι κύκλος
τώρα ο σώζων εαυτόν σωθήτω
ακαθάρματα
θα μείνουμε πάλι οι γνωστοί
να καθαρίζουμε την κόπρο σας
εσείς
όσοι σωθείτε δηλαδή
θα καιροφυλακτείτε μόνον
να τελειώσουμε
να ξαναρχίσετε τα ίδια
Διδάσκω από πρωίας
μέχρις εσπέρας βαθυτάτης.
Κι όταν δεν έχω μαθητές,
έχω τον γιο μου,
έχω την κόρη μου
ή, εν ανάγκη,
τον εαυτό μου.
Διδάσκω.
Το δασκαλίκι μάτια μου.
Το δασκαλίκι αφτιά μου.