να είσαι μερακλής
και εραστής του ωραίου
για μιαν ολόκληρη ζωή
να φεύγεις πλήρης ημερών
και να σε θάβουν δίπλα
σε μιαν κούκλα σαραντάρα
αυτό κι αν είναι ευλογία
προσκυνώ σε ρε μπαμπά
να είσαι μερακλής
και εραστής του ωραίου
για μιαν ολόκληρη ζωή
να φεύγεις πλήρης ημερών
και να σε θάβουν δίπλα
σε μιαν κούκλα σαραντάρα
αυτό κι αν είναι ευλογία
προσκυνώ σε ρε μπαμπά
μυρίζει όλη η γειτονιά
τηγανητή ντομάτα μελιτζάνα πιπεριά
ρίγανη και θυμάρι
βασιλικό
κι εγώ γυρνώ μεσημεριάτικα
πενήντα χρόνια πίσω
τι χάσαμε θε μου
σε ποιους ρουφιάνους τα πουλήσατε
γιατί
για τι
δεν ξαναμένω σπίτι το πρωί
αυτόν τον αρχιβασανιστή Σεπτέμβρη
αιώνιοι
τι υπέροχη έκφραση
τι σπάνια κατηγορία
πόσο ανόητο να θες να την εξαφανίσεις
στην εποχή των οδοστρωτήρων
των αναδευτήρων και των μίξεων
έτσι ώστε το προϊόν
πλήρως να ομογενοποιηθεί
πριν διανεμηθεί στις αγορές
υπάρχει τόπος
που δεν σβήνει απ' τα κατάστιχά του
εγγεγραμμένους περίεργους και εξαιρετικούς
σπάνιο είδος βιολογικό
κάτι σαν παραδείσια πτηνά
γνωρίζω πως σας είναι δύσκολο
ν' αντιληφθείτε τις συχνότητες ως πράγμα
παρ' ότι βαυκαλίζεστε πως τα λεπτά
του χωροχρόνου κατανοείτε
όμως γιατί τόση φασαρία
ένας δημόσιος διαγωνισμός
όπως για έναν δρόμο
για ένα δημόσιο κτίριο
μια κάποια δημόσια προμήθεια
και ο αιθέριος πολιτισμός
ένας δημόσιος διαγωνισμός είναι ...
σ' όλα μας γύφτοι ρε γαμώτο
σαν εμποροπανήγυρις
Σκοτούσα Τζουμαγιά
Άι Μάμας

ένα ταχύπλοο
είναι μια μηχανή που δέρνει την θάλασσα
πάντα σκέφτομαι αυτούς που τα οδηγούν
σαν βασανιστές της θάλασσας
κάτι σαν υποτακτικούς του Ξέρξη
που την μαστιγώνουν και την αλυσοδένουνε
έκανε ένα αργό πακα-πακα-πακα το πρώτο ντίζελ
που άκουσα από καΐκι στην Αλεξανδρούπολη στα '60
το πρώτο μου ταξίδι με καράβι ήταν με την αργοκίνητη 'Σαπφώ'
και τα βαρκάκια των κωπηλατών μου έσκιζαν ήρεμα τον Θερμαϊκό
μ' έναν ρυθμό ξύλινο κι ας ήταν πλαστικά
ποτέ δεν ζήλεψα αφρούς και βρυχηθμούς
ποτέ δεν πόθησα μεγέθη
έγραφα πέρυσι τέτοια μέρα
κοιτάζοντας από ψηλά το λιμάνι του Όσλο
πώς γιγαντώνουν έτσι τα πράματα
πώς τρέχουν σαν τρελά
ακόμη και σ' αυτόν τον τόπο
του μικρού του σεμνού του μετρημένου
του ήρεμου και του στοχαστικού
πού μας τραβάει αυτή η υπεροψία
Τη νύχτα αργά, λαμπύριζαν φωτάκια.
Αναβοσβήναν πάνω και πέρα απ' τον λόφο,
μέχρι την Αμφίπολη, κι από την άλλη ως την Προβίστα.
Κι όταν χτυπούσε η σκαπάνη πέτρα, ακουγόταν.
Έλεγε ο Άγγελος, ξανθός καπνάς,
γαλανομάτης, πρίγκηψ Μακεδών,
τον ξαναείδα τριάντα χρόνια ύστερα στο Παλιοζογλόπι,
«δικοί μας είναι οι πιο πολλοί, φτωχοί διαβόλοι·
ελπίζουν οι καημένοι νά ‘ναι τυχεροί.»
Κοιμόμασταν αργά το βράδι
κι εμελετούσαμε τις βάσεις της φιλοσοφίας,
το άφησα το εγχειρίδιο εκεί, έπιασε τόπο.
Όσο για θησαυρούς και κάπηλους,
τότε και τώρα
ποιος τους γαμεί;
τι μου συμβαίνει αλήθεια
εγώ που τον σκοτεινό θάλαμο μίσησα στα δεκαεννιά
και δεν ξανάπιασα σχεδόν κάμερα στα χέρια μου
τι κάνω στα εξήντα μου ο κωλόγερος
πού είν' εκείνο το
'άσπρο χαρτί και μαύρα γράμματα'
της αναλφάβητης γιαγιάς μου Ζουμπουλιάς
και του ευπατρίδη Τηλεμάχου
που είχα για σημαία
πού το πέταξα σε πέντε χρόνια μέσα
σε ποιαν ψηφιακή μου θάλασσα
και πήρα κάμπους και βουνά
δρόμους και παραλίες
πρόσωπα χέρια πόδια και κορμιά
να κλέβω από παντού ψυχές
ανάσες μνήμες και ζωές
για να γεμίζω δίσκους μ' έγχρωμα τέρα-μπαΐτια
να μη το βασανίζουμε πολύ·
μάλλον κατάλαβα ότι έκανα
ετούτην την δουλειά μία ζωή
μόνο που πλαξ φωτοευαίσθητος
ήτανε το μυαλό και τα χαρτιά μου
“….
Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις
Να μην τις παίρνει ο άνεμος.”
ποιος άνεμος θείε Μανώλη
ιδέα σου ήταν πως
μπορούσε να τις πάρει ο αέρας
ήταν βαριές οι λέξεις μας
κι ήταν οι ίδιες πρόκες
τεράστιες και πολύχρωμες
κατρακυλούσαν στα βουνά
λιώνανε βράχους και χάραζαν δάση
και ειν’ ακόμα εδώ
ξεκάρφωτες κι αλανιάρες
να τις κουνήσει ποιος
______________________
"Tumbling Tacks", Claes Oldenburg and Coosje van Bruggen