Είστε εδώ

στιχηρά

Νόμοι

Δέκα αγορανόμοι ελέγχουν
τα προϊόντα αν είν’ ακίβδηλα και καθαρά,
ανάμεσα σε μετρονόμους που συγκρίνουν διαρκώς
όλα τα μέτρα και σταθμά της αγοράς
με τα δικά τους πρότυπα που ’ναι φυλαγμένα καλά
στη Θόλο της παλιάς μας αγοράς.

Δεκαπέντε σιτοφύλακες στον Πειραιά
κι άλλοι είκοσι στο Άστυ
-όλοι τους κληρωτοί-
ελέγχουν τα στάρια πριν το άλεσμα.
Οι κρασοφύλακες παντού
ψάχνουν για κεκραμένο οίνο
και βλοσυροί, αμίλητοι σημαίνουν
κάθε πιθάρι πριν πουληθεί.

Και κάτω απ’ τις σκάλες του ναού
δοκιμαστές μπρος στα τραπέζια τους
χωρίζουν νομίσματα σωρούς,
ψάχνοντας στα γνήσια ανάμεσα
για κίβδηλα, υπόχαλκα ή υπομόλυβδα.
Μάτια γερά, το χαρακτήρα για να βλέπουν
δάκτυλα ευαίσθητα, την επιφάνεια να χαϊδεύουν
παλάμη αλαφριά και ζυγιασιάρα για το βάρος
κι αφτί για τα κεκωδωνισμένα
καθώς αναπηδούν στο μάρμαρο.

Αχ που όλοι νομίζατε εσείς
του δράματος πως είμαστε μονάχα στα θέατρα,
στα λόγια καλοί και στους πολέμους!

Ανάρτηση: 25/11/2014 - 10:27

Σιδηροδρομικά

Δι' εξόχων και εντίμων ελιγμών,
κινήσεων επί επαλλήλων επιπέδων,
απέφευγε πάντοτε τους εξαναγκασμούς της ευθείας,
τους εγκλεισμούς σε σκοτεινές αποθήκες του παρόντος
και τις συγκρούσεις με ομοίως κινουμένους, αλλ' άλλης τάξεως.
Ελπίζοντας πως για πάντα θα κινείται.

Με τα χρόνια, ξέχασε τι είχε αφήσει πίσω του·
όταν ξεκινούσε.

Ανάρτηση: 23/11/2014 - 13:10

Καταγγελία

Πήγε μεσάνυχτα, όλος σοβαρότητα,
ενδεδυμένος ευπρεπώς, ευθυτενής,
ελέγχων πάντως την οργήν του,
στο αστυνομικό της περιοχής του τμήμα
όπου κατήγγειλε την επονείδιστον κλοπήν, 
ζητώντας σύλληψη και τιμωρία παραδειγματική 
των αθλιότατων κλεπτών 
προσάγων στοιχεία πλείστα περί του εγκλήματος
(τόπος, χρόνος, τρόπος και άλλες λεπτομέρειες).

Δεν θέλησε βέβαια να εκλάβει σοβαρά 
τα ειρωνικά βλέμματα του κατά τα άλλα τυπικού 
αξιωματικού υπηρεσίας που αντηλλάγησαν 
με το νυσταγμένο φύλακα του τμήματος,
κατά την περιγραφήν των κλοπιμαίων, 
άτινα διά των τίτλων των, ένα έκαστον, ανεφέρθησαν,
ομού και κάτω τελικά από τον γενικόν τίτλον:
“ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΜΕ ΠΟΔΙΑ”. 

Ανάρτηση: 23/11/2014 - 10:17

Κριτήριον αληθείας

Αλάνθαστον κριτήριον αληθείας ...

Δεν φαντάζεστε πόσοι συνάδελφοί μου το έχουν βρει και ζηλοτύπως το κατέχουν.
Μην πάει το μυαλό σας σε γνωσιολογίες κλπ ...
Αστεία πράγματα.
Αυτοί το βρήκαν στους διαδρόμους και τα συρτάρια του ΑΠΘ.
Άντε και στη διαδρομή μέχρι τις Βρυξέλλες.
Αχ και να τους δείτε, τι καμάρι, τι σιγουριά ...

Διακρίνονται εύκολα.
Συνήθως τελειώνουν τα μηνύματά τους με ένα:
"Δεν θα επανέλθω" ή
"τελεία και παύλα".

ερωτύλοι αλιείς

μόλις αντιλαμβάνονται λίγο από πραγματικότητα 
χαλούν 
μόλις ξεφεύγουν απ' την κονσέρβα των ιδανικών τους σπουδών 
σαπίζουν 
μόλις καταλαβαίνουν ότι κατιτίς βγαίνει από την μηχανή τους 
τα γυρίζουν

δεν βαριέσαι 
νομοτέλειες

ωραίες είναι οι Δύσεις σας απάνω απ' τον Θερμαϊκό
μόνο που φέρνουν νύχτα 
κι εγώ παιδάκι είμαι της Ανατολής και του Χορτιάτη

λοιπόν 
στρουθίον μονάζον επί χιονολεύκου μαρμάρου
εγενόμην ώς 
ή και φωτογράφος 
εξέδρας φορτοεκφόρτωσης πάθους και έρωτος που εξέλιπαν 

_______________
Νοέμβρης '14 - '16

Ανάρτηση: 21/11/2014 - 08:34

Των γυναικών ΙΙ

Αντιγόνη,
Αγγελική,
Ελευθερία,
Ζουμπουλιά,
Κατερίνα,
Ιωάννα,
Μαρία,
Αγγελική,
Στέλλα,
Ηλέκτρα,
Αστρίς,
Έλλη.

Θέ μου, πόσο αγαπώ τα ονόματα των γυναικών μου …

Ανάρτηση: 20/11/2014 - 20:28

40x365x2 (Meta-επίλογος)

                                                        μετά από 40 χρόνια, πέρυσι
                                                        τέτοια μέρα, έγραψα κι αυτό

Σαράντα χρόνια, σήμερα.
Δεν πέρασε νύχτα να μην τον δω.
Μέρα χωρίς να τον σκεφτώ.

Εκείνον τον ξανθό άγγελο, με τα γαλάζια μάτια.
Στον κερματοδέκτη πλάι στο παράθυρο του κυλικείου,
να προσπαθεί σπίτι του να τηλεφωνήσει.

Πάνε πιο πέρα, μου λέει, στο θάλαμο,
πάρε και πες τους ότι θα μείνω μέσα, σε παρακαλώ.
Κι όταν γυρίσεις πες μου.

Ούτε ο θάλαμος δούλευε, ούτε γονείς βρήκα.
Γύρισα όμως, κι έμεινα πλάι του ως τα χαράματα.

Όταν όλα τέλειωσαν,
κρύφτηκα σ’ ένα ντουλάπι κι έμεινα μέσα εκεί για πάντα.

Πώς αλλιώς θα δικαιώνονταν,
όσοι νοικοκυραίοι φίλοι μου μέχρι και σήμερα μου λένε:
“με τα μυαλά που κουβαλάς
θα πας σαν το σκυλί στ’ αμπέλι.”

Αυτοί βέβαια άγγελο ζωντανό δεν είδαν.

17.

… τότε που όλος ο λαός θα κόψει και θα ράψει…

 

 

_________________________________________________________ 

επίλογος

Επειδή πολύ έγινε της μόδας η κριτική σε κάποιαν τάχα μου – δήθεν μου ‘γενιά’ του Πολυτεχνείου, φάντασμα στο μυαλό ανοήτων τροχονόμων, παθολογοανατόμων και ληξίαρχων της ιστορίας:

Οι μαλακίες των γενιών είναι για μπούληδες της επιστήμης και της τέχνης που δυσκολεύονται να μυρίσουν το χνώτο των ανθρώπων.
Εγώ δεν γνώρισα καμιά γενιά, γνώρισα ανθρώπους και καθίκια.

Δεν αλλάζω τίποτε!
Ούτε γραμμή, ούτε λέξη!
Δεν μετανιώνω για τίποτε!
Κι όποιος ‘μεταρρυθμίζει’ ή ‘αναθεωρεί’,
μπορεί και άνετα να πάει να γαμηθεί.

16.

Ξέρεις,
ποτέ δεν ήθελα να πάψω να γελώ,
ποτέ δεν ήθελα να κλαίω.
Δες όμως,
έτσι πού ‘ρθαν τα πράματα
κι η γη
εγύρισε τ’ απάνω κάτω
κι οι εργάτες
γύρισαν στις φάμπρικες ξανά,
οι στρατιώτες,
ξανά μες στους στρατώνες,
κι οι έμποροι
              στα εμπορικά
κι οι πόρνες
              στα μπουρδέλα.
Ε, πώς;
Ε, πώς θες να μην κλαίω;

15. Εργοστάσιο Ζάχαρης

Έτοιμο το φαΐ στο τραπέζι,
έτοιμες κι οι μπότες στη γωνιά,
το σακάκι στη ράχη της καρέκλας.

Πάλι πρωί. Η φάμπρικα.
Η ψηλή καμινάδα μ’ άσπρο καπνό.
Η φωνή της μηχανής και του σφυριού.
Οι αχτίνες του πρώτου ήλιου στην πλάτη μας.
Πάλι γερμένοι οι ώμοι σου.
Ο επιστάτης καθαρίζει τα νύχια του μ’ έναν σουγιά.
Η υγρασία του κάμπου στάζει στα σίδερα.
Χαμηλωμένα τα μάτια της εργάτριας.
Πάλι τα χέρια σου στις τσέπες.
Τα δάχτυλα να τρέμουν.
Οι καρδιές να τρέμουν.
Τα μάτια ν’ ανοιγοκλείνουν.

Βαρύς αέρας, γρήγορες ανάσες.
Κοφτές ματιές, απότομες κινήσεις.
Αιώνιο κουράγιο.
Αύριο θ’ απαντήσουμε στον Βλαδίμηρο.

Σελίδες