Είστε εδώ

στιχηρά

14.

Δεν την φοβάσαι την πέτρα του νησιού.
Είναι σκληρή και κοφτερή
λουσμένη στ’ άσπρο αλάτι.
Δεν την φοβάσαι την βροχή
που συνεχίζει μέρες τώρα,
είναι γλυκιά από θεού.
Αυτοί οι τοίχοι ρήμαξαν και μπάζουνε αέρα.
Τ’ αρβύλια σου τρυπήσανε και μπάζουνε νερά.
Ξέρω πως κι η ψυχή σου απόκαμε.
Ξέρω η μοναξιά.
Και η φωνή σου αγρίεψε.
Και δυο ρυτίδες στόλισαν το μέτωπό σου.
Ξέρω ακόμη δυο διαμάντια στην άκρη των ματιών σου.

Ξέρω όμως πως ξέρεις να μας καρτεράς.

13.

Πάλι εδώ πέρα είμαστε.
Εδώ στα τριάντα έξι.
Εδώ στα σαράντα έξι.
Εδώ στα εξήντα εφτά.
Και τώρα πάλι εδώ.

Με τη θάλασσα στα μαύρα σου ποδάρια.
Τον αέρα να ουρλιάζει στην τέντα της σκηνής.
Τα χέρια σου σίδερα.
Στις πλάτες τυλιγμένη η ψιλή κουβέρτα.

Εκείνος.
Ο αρχηγός, ο ηγέτης, ο σοφός
να σκαλίζει ξύλα με σουγιά.
Εκείνος.
Ο αγωνιστής, ο λαϊκός, ο μαχητής
στο πλάι του, να τον κοιτάει σαν παιδί.

12.

Το χνώτο σου θάμπισε την πλάση.
Χειμώνας.
Τα δάχτυλά σου στο χώμα,
ζωγράφισαν ένα χέρι.
Η ψυχή σου στον λαιμό, τώρα στο στόμα.

Έχει μια γεύση στιφή αυτός ο πόνος.
Σφαίρες πετούν στο πλάι σου
μα σ’ αγκαλιάζουν λέξεις.
Οι αχτίνες του ήλιου σε χαϊδεύουν κρύες.
Χειμώνας.

11.

Πάλι ξανάρθες
του Χριστού την γέννηση να τραγουδήσεις.
Πάλι ξανάρθες
κι οι χορδές της κιθάρας σου δεθήκαν στις χορδές της καρδιάς μας.
Πάλι ξανάρθες
κι έφερες πίσω την πίκρα αυτής της νύχτας.

Στα πόδια μας χτυπιέται
σφαγμένο ένα κίνημα.
Τα χέρια μας, σφιγμένες γροθιές
πίσω απ’ τα λάβαρα.
Τα στόματά μας ανοιχτά, όμικρον κεφαλαία
κι η ίδια νότα να πηδάει από μέσα.
Σα τη βελόνα του πικάπ που κόλλησε.

10. Τραγούδι δούλων

Όμως μη νομίσετε αφεντάδες μου ποτέ,
πως θέλω τον οίκτο σας πού ‘μαι κουρελής,
πως θέλω τη συμπόνια σας
και τα όμορφα χαμόγελά σας.

Τον χρόνο καρτερώ
που οι πόρτες θα κρύβουν μαχαίρια
και τα κορδόνια απ’ τις κουρτίνες
θα γίνουν βρόγχοι.

9. Πες

Πες, -τι μπορείς να πεις;-
για τον Χριστό που γέννησε και φέτο η Παναγιά.
Πες μου για το ωραίο του πρόσωπο,
για το ξανθό του γένι και τα γαλάζια μάτια.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για έρωτα και για παιδιά.
Πες κι ύστερα μίλα μου
για λευτεριά.
Πες για την πήλινη κανάτα
που κύλησε απ΄ το ξύλινο τραπέζι
και βάφτηκε η αρβύλα τους
μες σε κρασί και αίμα.

Ψυχή μου, σήκω, φώναξε
μπροστά στα τανκς και τα όπλα τους:
εδώ γεννιέται ένας Χριστός ρε,
δεν είν’ εδώ τόπος για σας,
η γη εδώ δεν σας σηκώνει.
εδώ δεν είναι άιντε-άιντε.

Κι αυτά που ξέρατε απ’ αλλού,
εδώ δεν θα περάσουν.

8. Χριστούγεννα ‘73

Πάλι τα φώτα τα πολύχρωμα.
Πάλι τα χνώτα σου να υψώνονται – δέηση στον ουρανό.
Πάλι το δέντρο στη πλατεία με λάμπες και γιρλάντες.
Πάλι η γυμνή γυναίκα στη διαφήμιση,
στην μάντρα απέναντί μας.

Όλα όπως πέρσι
κι όπως πρόπερσι.
Όλα όπως θά ‘ναι και του χρόνου.

7.

Γλιστράω πάνω σε λάδια και σιρόπια.
Κι όπου αν δω, όπου αν σταθώ.
Δυο τρεις κηλίδες αίμα.
Κι έπειτα κάτι μικρούλια μάτια να με κοιτάζουν,
πίσω από πρέσες κι ατμολέβητες.
Κι έπειτα ένας φίλος κρεμασμένος οχτώ ώρες
μ’ ένα λουρί απ’ τα σίδερα της οροφής.
Προχωράω.
Γεια σας!

6. Θα ‘ρθώ

Για τ’ ότι θά ‘ρθω νά ‘στε σίγουροι.
Τα πόδια σας κάντε να φυτρώσουν στο χώμα.
Τα χέρια σας ν’ αδράξουν τον ουρανό.
Η ανάσα σας να κάψει το διάστημα.
Περιμένετε.

Θά ΄ρθω τυλιγμένος την ομίχλη του πρωινού.
Θά ΄ρθω με τα μάτια από τον αέρα κόκκινα.
Θά ‘ρθω με την αγκαλιά γεμάτη χιόνι.

Οι σταθμοί δεν θα με χωρούν.
Τα τραίνα δεν θα με προφταίνουν.
Χιλιάδες σφαίρες θα πετούν με τ’ όνομά μου.
Κι εγώ θα προχωρώ.
Στητός, ωραίος, περήφανος.
Περιμένετε.

Θά ‘χω στα χέρια μου ξεραμένο το αίμα των συντρόφων.
Θά ‘χω στην πλάτη μου γραμμένες όλες τους τις εντολές.
Θα τα ξυπνήσω όλα.
Τις νυχτερίδες στα υπόγεια,
τον μονιά στη φωλιά του,
τον νυχτοφύλακα στο παλιό υποθηκοφυλακείο.
Περιμένετε.

Θά ‘ρθω με βήματα μεγάλα.
Η μια μου πατούσα θά ‘ναι τεράστια.
Μεγάλη ίσαμε τον κάμπο των Σερρών.
Θα πατάω και θα λειώνω τα περασμένα.
Στους γνωστούς θα δείχνω την πραμάτεια μου.
Ζάχαρη απ’ την Αβάνα.
Χαλκό απ’ την Χιλή.
Καφέ απ’ την Βραζιλία.
Ρύζι απ’ το Βιετνάμ.
Και γυμνά κρανία απ’ την Αφρική.

5. Προτροπή

Παιδιά αυτού του κόσμου.
Άνθρωποι απ΄ την λάσπη της γης.
Πάρτε όρκο.
Σας παρακαλώ.
Κι ύστερα κάντε πόλεμο.
Πάρτε πιρούνια.
Πάρτε μαχαίρια.
Αφήστε τα νύχια σας να μεγαλώσουν.
Τα δόντια σας νά ‘ναι κοφτερά.

Εμείς τίποτα δεν θά ‘χουμε, πάρεξ το κορμί μας
κι ένα κομμάτι ψωμί.
Εκείνοι θά ‘ναι αστακοί.
Αγκώνες ενώστε. Μασέλες σφίξτε.
Ο θάνατος είναι δικός μας.

Σύντροφοι, ο χρόνος περνάει.
Τα λόγια παγώνουν.
Απομένει η ορμή.
Κανείς δεν μας έστειλε.
Μας γέννησε αυτός εδώ ο τόπος.
Κι εδώ ψάχνουμε την αλήθεια.

Σελίδες