Στην άκρη του κόσμου θα πάω,
να βρω τον πόθο σου και τον πόθο μου,
να βρω τους πόθους μας.
Θα βάλω στα πόδια μου φτερά
μην τύχει και με προλάβουν πουλιά σιδερένια
και κλέψουν τα όνειρα – τα όνειρά μας.
Ό,τι έγινε με γιγαντώνει.
Αρπάζω στα χέρια μου τα χέρια σου,
Σε παίρνω στο σπίτι μου να λουφάξουμε
-για την ώρα.
Είστε εδώ
στιχηρά
4.
3.
Αυτά τα τζάμια πεταμένα θρύψαλα στη γη.
Αυτά τα σανίδια σπασμένα στα πατώματα.
Αυτοί οι άνθρωποι που με κοιτούν με τα μαύρα γυαλιά.
Μου θυμίζουν:
Τι δεν είχα.
Τι δεν απόχτησα.
Τι χάνω.
2.
Τα παιδιά ησύχασαν.
Γύρισαν φοβισμένα και λούφαξαν στα σπίτια τους.
Τα φώτα σβήσανε.
Μια ομίχλη μας χωρίζει.
Ακούω τον ήχο της μηχανής.
Ακούω τις αλυσίδες στην άσφαλτο.
Ακούω τις αρβύλες των φαντάρων.
Θυμάσαι χθες; Είχες γιορτή.
Κι ήσουνα λεύτερος σε δυο στρέμματα γης.
Σήμερα είμαστε εδώ.
Στην αρχή καινούριας πορείας –ξανά.
Μέσ’ σ’ ένα γήπεδο στρόγγυλο.
Γυμνοί, μόνοι.
Μόνοι με τον επιστάτη του,
που σκουπίζει τις κερκίδες.
1. Απ’ την αρχή
Χαιρετώ φίλους κι άγνωστους
και φεύγω σ’ άλλη χώρα.
Παρατώ τα σπαθιά που έσπασαν
και παίρνω όπλα καινούρια.
Κόβω με το εγχειρίδιο
κρέας απ’ το μπούτι ενός νεκρού άλογου,
τ’ αλατίζω και γεμίζω τον γυλιό μου.
Είναι μακρύς ο δρόμος μου
κι η ερημιά πολλή.
Κλείνω τις πληγές
με τη σκισμένη μου φανέλα.
Φορώ τη χλαίνη ενός σύντροφου νεκρού.
Κρεμώ στον ώμο μου τ’ όπλο του.
Βάζω τα χέρια μου βαθιά στις τσέπες
κι αρχινώ.
Γυρεύω τον τόπο
που βγαίνει ο ήλιος.
90° αριστερά!
η ορκωμοσία της
αφ΄ υψηλού κοιτώ λοιπόν ο άνηθος
ως ξύλινος στύλος μεταφοράς ισχύος μέσης τάσης
ανίσχυρος άχρηστος και μόνος
τώρα που όλοι οι αγωγοί γίναν υπόγειοι στην πόλη
αν ήμουνα στον κάμπο ίσως
κάποιος αγρότης να μ’ έκανε φράχτη ή καυσόξυλα
υπό τον ήλιον ή όλα στο φως του
μα εμένα με καίνε δημοσίως
εσείς φτωχά μου μόνο να προσέχτε
μη λιώσει τα φτερά σας
μην τον πιστεύετε τον αρχιρούφιανο
there's only one way λένε
μετά τα φυσικά ή την πρώτη φιλοσοφία
same as it ever was
και πάντα εδώ γλυκιά μου να αρνιέμαι
με σένα μακριά μου
από τούδε και εις το εξής Νορβηγίς λοιπόν
και ορκισμένη πλέον ...
τι λέν σ’ αυτές τις περιπτώσεις
καλή πολῖτις
μάλλον
ή καλύτερα
“I am a citizen, nothing more, nothing less”
τελείωνε έτσι κάπως κι η ταινία του Κεν Λόουτς χθες βράδυ
___________________
Νοέμβριος '14 - '16
Συνομιλίες με ...
Θε μου,
σ' ευχαριστώ που μ' έδωσες για να διδάξω
σε τόσους άξιους και αξιοπρεπείς ανθρώπους.
Χαίρομαι να τους βλέπω,
να τους ακούω,
να τους διαβάζω.
Μηχανικούς,
ερευνητές,
δάσκαλους με ούμπαλα.
Εκείνα τα Χριστούγεννα, τα βράδια
τι πανηγύρι, τι χαρά οι ευχές
από τις άκριες του κόσμου
και τα μηνύματά τους!
Και λέω ευτυχής:
'αυτό το λίγο,
το κάτι να μένει,
το ελάχιστο,
σ' ευχαριστώ που με αξίωσες να το καταφέρω'.
Μεταξύ μας όμως Κύριε,
κάτι πολύ χοντρούς μαλάκες,
γιατί τους έριξες μπροστά μου,
να τους μαθαίνω τέχνη κι άρρητα γράμματα;
Tι έκανα λάθος και με τιμώρησες;
Να με βαραίνουν τα φονικά τους.
’60 – ’70
Εργάτες θυμάμαι
με μπλε παντελόνια,
με φανελένια πουκάμισα καρό,
-τέτοια που έραβε η μάνα μου να μ’ αναστήσει-
να σκάβουν τον μαχαλά,
να παραχώνουν σωλήνες σιδερένιους ύδρευσης
και τσιμεντένιους υπονόμων.
Πώς να σε κρατήσουν αυτά μόνον;
Περιχαρείς εμείς πιτσιρικάδες,
βλέπαμε τα τουρκόσπιτα να πέφτουν
και του εξήντα τα τετράγωνα σπιτάκια,
όσων μπορούσαν, να προβάλλουν.
Σπιτάκια του τούβλου, του ασβεστοκονιάματος
και της βεράντας με το μωσαϊκό,
δύο παράθυρα και μια κολόνα
ανάμεσά τους στη γωνιά κεκοσμημένη
με κόκκινα τούβλα της φωτιάς.
Δέκα με δεκαπέντε χρόνια
θα κρατούσαν όλο κι όλο,
μετά ήρθε το καθαρό μπετόν.
Tότε ήταν που άρχισαν να φεύγουν ένας-ένας
οι φίλοι μου πίσω απ’ τους γονιούς τους
πάνω σε κάτι σαράβαλα ημιφορτηγά
“Ομ” και “Μερσέντες” μπόγους γεμάτα,
άθλια στρώματα κι έπιπλα φτηνά.
Δυο, οι γονείς, κάθονταν δίπλα στον οδηγό
και τα παιδιά από πίσω, μέσ’ στα πράγματα.
Ήταν καθώς νομίζαμε όσοι μέναμε, άθλος
ένα ταξίδι στην καρότσα ως τη Σαλονίκη.
Άλλοι, με δυο ο καθείς βαλίτσες ζαλικωμένοι
ξεκίναγαν από τα πρακτορεία ΚΤΕΛ
στα πόδια των δικών τους μπερδεμένοι
με λεωφορεία “Μάγγιουρις” ή “Βόλβο”,
απ' τα γραφεία των ταξί
μ’ εκείνα τ’ αμερικάνικα “Φόρντ Βικτόρια”
ή τα γερμανικά “Όπελ Ρέκορντ Κάραβαν”.
Αυτοί ήταν για πιο μακριά, για Γερμανία, γι’ Αυστραλία.
Φεύγαν, αφήναν πίσω τους σπίτια ερείπια
το τέλος τους που πλήρωσαν κι απέμενε να πέσουν.
Αυλές μικρές, στενές
τόπος ζωής άλλης και τρόπος.
Λόγο δεν είχαν κανέναν να γυρίσουν
να στυλώσουν, να στεριώσουν,
να μερεμετίσουν.
Άκουγα τότε κάτω απ’ το πάπλωμα κρυμμένος τα βράδια:
“κι εκείνοι φύγανε...εμείς;... τι δεν τολμάς;...”,
“αν μπορούσα...”,
“τι φοβάσαι;...ζωή είν’ αυτή;”
Μείναμε τελικά.
Μείναν
μέχρι που ήρθε ο Δήμαρχος Ανδρέου
κι έστρωσε τ’ άγρια τσιμέντα των εργολάβων της χούντας
με πρόστυχη άσφαλτο
ενώ τα τουρκόσπιτα πέφταν πάντα ένα-ένα τις Κυριακές
κάτω απ’ το βλέμμα παιδιών μ’ έκπληκτα μάτια
και μύξα στην μύτη.
Σε μερικά πήγαν γύφτοι.
Μετά, πολύ πιο αργά,
ήρθαν οι Πόντιοι απ’ τη Γεωργία.
Άνθρωποι άλλοι.
το τσούρμο
ξεφύτρωσε ένα περίεργο QE σήμερα το πρωί
και σφόδρα μ' ανησύχησε
τι στο διάλο είναι τούτο πάλι· λες να σκοτώνει
έψαξα λίγο κι ηρέμησα
Quantitative easing το λένε
ποσοτική χαλάρωση
ουφ παλιό είναι· το ξέρουμε
πώς να κρυφτείς ματάκια μου
σε τέτοιον τόπο με τέτοιο φως
αργά ή γρήγορα θα σ' εύρει
έλεγε εψές ο άλλος στα ραδιοκύματα και στις οπτικές
γεμάτος βεβαιότητες
τι θες
να πεθάνουμε όλοι
πού ζεις
αυτά τα πράματα δεν γίνονται
ας την γλυτώσουμε τώρα ένα 65%
γι' αργότερα βλέπουμε
με τίποτε δεν καταλάβαινε ότι έλεγε
να πεθάνει τώρα το 35%
κι η άλλη
ούτε πέντε μήνες δεν άντεξε ο μύθος της
αρίστη η συνάδελφος με το πολλά 'βαρύ' βιογραφικό
όπως διατυμπάνιζαν όλοι στην επιλογή της
μας βγήκε όχι απλός χρήστης
μα δημιουργός παράδεισου στη μέση της Ευρώπης
αφήστε ήδη τον επίσης άριστο συνάδελφο
τον υπουργό πού την επέλεξε
πήρε ήδη κι αυτός την κάτω βόλτα
και τον δρόμο του ευτελισμού...
η ερώτηση είναι άλλη βέβαια
κάποια στιγμή θα γυρίσουν
στις αίθουσες των ευαγών μας ιδρυμάτων
τι θα διδάσκουν άραγε στους φοιτητές μας
τσούρμο οι πεινασμένοι της academia...
νυχτώνει
όσο απ' το έρμα σου κι αν μας αφήσεις
πάλι κοντούλικο θά 'σαι
της επιφανείας
ωραίο μακρύ αλλά θα σέρνεσαι στα πόδια μας
ριζωμένα βουνά απ' τον μυθο ακόμα
κατούρα λοιπόν ελεύθερα· μην ντρέπεσαι
έτσι κάνουμε εδώ
δεν έχει τόπο να κρυφτείς
γι απόψε πάντως
ας φυλάξει ο θεός τους αγαθούς κι αθώους
όσους τέλος πάντων μπορεί
Σελίδες
- « πρώτη
- ‹ προηγούμενη
- …
- 91
- 92
- 93
- 94
- 95
- …
- επόμενη ›
- τελευταία »



