Είστε εδώ

16.

Ξέρεις,
ποτέ δεν ήθελα να πάψω να γελώ,
ποτέ δεν ήθελα να κλαίω.
Δες όμως,
έτσι πού ‘ρθαν τα πράματα
κι η γη
εγύρισε τ’ απάνω κάτω
κι οι εργάτες
γύρισαν στις φάμπρικες ξανά,
οι στρατιώτες,
ξανά μες στους στρατώνες,
κι οι έμποροι
              στα εμπορικά
κι οι πόρνες
              στα μπουρδέλα.
Ε, πώς;
Ε, πώς θες να μην κλαίω;