πώς τον αφήνετε τον άθλιο
να σας εξευτελίζει έτσι
πώς το αφήνετε το κνώδαλο...
πώς τον αφήνετε τον άθλιο
να σας εξευτελίζει έτσι
πώς το αφήνετε το κνώδαλο...
Είναι φορές
που δε σηκώνω το κεφάλι μου
μη δουν τα μάτια μου ουρανό.
Τον αποφεύγω.
Καθώς κατεβαίνω
από την Τούμπα προς τη θάλασσα,
ξέρω πώς φαίνεται ο μαργιόλης,
λίγο πριν να νυχτώσει,
αυτά τα δειλινά
του τέλους του Γενάρη.
Φοβάμαι
μη με πλανέψει ο πρόστυχος,
μη και μ’ αρπάξει και με πάρει
από της κάθε μέρας τη μιζέρια μου.
Φοβάμαι να του αφεθώ,
μη και με ταξιδέψει.
καταναλώνουν οιονεί πολιτικούς ηγέτες
καταβροχθίζουν με ρυθμό
μια κυβέρνηση στα τρία χρόνια
τους ρίχνουν στην αρένα
τους ξεσκίζουνε στην άμμο
αρκεί εμείς να τους γεμίζουμε κερκίδες
και να γυρνάμε σπίτια μας ξέπνοοι
κι ανίκανοι απ' τα ουρλιαχτά και τους χορούς μας
μπορείς ωστόσο που και που
να παίρνεις τον δρόμο τον παλιό της Μυγδονίας
νά έχεις την Κορώνεια και την Βόλβη αριστερά
δεξιά σου Χορτιάτη Χολομώντα
και το Στρατωνικόν ως τον Σταυρό
καθώς να πλησιάζεις την Ρεντίνα
έτσι για να θυμάσαι την διαδρομή
που σ’ έφερνε πάντα στην Μητρόπολη
απ’ την Φυλλίδα και την Βισαλτία
μοιάζει πολύ της Εγνατίας της παλιάς
των ξεφτισμένων λεγεώνων
δεν σε τρομάζει όπως η ματαιοδοξία της νέας
από παιδί εχάζευα στον ουρανό
τα σύννεφα κι έφτιαχνα ωραίες ιστορίες
μετά μου φάνηκαν πολύ μακριά
κι έτσι τις έφερνα στο πλάι μου
ωραία καμιά φορά τα ποιήματά σας
να έλειπε κι αυτή η έκδηλος δυσανεξία σας
προς όλα σχεδόν τ’ ανθρώπινα
που τόσο δυσκοίλιον σας κάνει
παρά το ελάχιστον της τροφής
δοκιμάστε κάποτε και κάτι άλλο
εκτός απ’ την βρασμένη όρυζα
στο πλάι σας είναι όλα
πόσο μικρούλια μου είστε ανθρωπάκια
σταθείτε πλάι μου θα σας φυλάξω
δεν με πειράζει που ρίξατε κάτω
τα τρία θεόρατα καραγάτσια
τα μεγάλα μου ξαδέρφια προχθές
να στήσετε το σπιτικό σας στην αυλή
του Θόρβαλντ Χάγκμπαρτ Τόργκερσεν
εδώ απέναντί μου
πιο πίσω από το μουσείο του φίλου του
του Έντβαρτ Μούνκ
Έλλη
κουνέλι
που ξεγλιστράς σαν χέλι
μην κλέβεις το παστέλι
μαζί με τον Βαγγέλη
να φας ένα ρετσέλι
εσύ και το κοπέλι
κι αλείψτε λίγο μέλι
γλυκό απ’ την κυψέλη
απάνω στο καρβέλι
πιείτε και κοκκινέλι
απ’ το χοντρό βαρέλι
του προ παππού τ’ αμπέλι
του ωραίου αρχιτέμπελη
γλυκό μου μωρουδέλι
μικρό σαν το μπιζέλι
κρεμιέσαι σε κουρέλι
αρνάκι από τσιγκέλι
χορεύουν τσιφτετέλι
για χάρη σου οι αγγέλοι
μα εσένα δεν σε μέλει
που ο παππούς σε θέλει
και του καρφώνεις βέλη
στην καρδιά