Έτσι δεν πρόκειται ποτέ
να γράψετε ένα ποίημα.
Ούτε και να διαβάσετε.
Αφήστε που την ποιητική
των τόσο κομψών ολοκληρωμάτων μας
και των ωραίων τελεστών μας,
του μυστικού τους σχήματος
και της αλληγορίας τους
ποτέ δεν θα αντιληφθείτε.
Είστε εδώ
στιχηρά
Προς μωρούς θεραπευτάς θετικών επιστημών
Αγια-Βαρβάρα
Αγιος-Αντρέας αντρειώνει,
Αγια-Βαρβάρα βαρβαρώνει,
ο αϊ- Σάββας σαβανώνει
κι o αγιο-Νικόλας παραχώνει.
Δεδομένα στατιστικά μιας αιωνιότητας,
ασυνείδητα συλλεγμένα,
λεπτά επεξεργασμένα,
και συμπεράσματα συγκλονιστικά διατυπωμένα.
Ό,τι μένει
Γνώση, βαθιά γνώση
κρυμμένη ή φανερή,
δημόσια ή προσωπική
είν' ό,τι μένει.
f(α+β)= f(α)+ f(β)
Ωραία η ανωτέρω συνάρτησις.
Επιμερίζει ευθύνες,
του όλου η συνέπεια ισούται
με το άθροισμα των επί μέρους.
Ελλείπει οιαδήποτε συσχέτισις.
Αγάπη, πόθος, έρως αγνοούνται.
Αλληλεπίδραση καμιά.
Επιμερισμός ευθυνών ακριβής.
Έτσι κάπως κατανοούν τον κόσμο μας
πολλοί που απεχθάνονται τα πεπλεγμένα.
Bράδυ Παρασκευής
Τι κοινό έχω εγώ μ’ έναν έντιμο ταξιτζή
που κατοικεί στο ακριβώς από κάτω μου διαμέρισμα;
Το βράδυ της Παρασκευής,
όταν μου λέει ότι δεν έχει ψυχή έξω
μ’ αυτό το ψoφόκρυο για να μεταφέρει,
εγώ του απαντώ πως πια δεν έχω
άλλον κανένα μαθητή για να διδάξω.
Bράδυ Παρασκευής
Τι κοινό έχω εγώ μ’ έναν έντιμο ταξιτζή
που κατοικεί στο ακριβώς από κάτω μου διαμέρισμα;
Το βράδυ της Παρασκευής,
όταν μου λέει ότι δεν έχει ψυχή έξω
μ’ αυτό το ψoφόκρυο για να μεταφέρει,
εγώ του απαντώ πως πια δεν έχω
άλλον κανένα μαθητή για να διδάξω.
Εύχαρις του οιονεί χειμώνος
Ήρθε ένας παππούς ογδοηκοντούτης και τρεμάμενος
από τον πάνω, τον τελευταίο όροφο.
Ενοικιαστής αυτός, ενοικιαστής κι εγώ
- καινούριος εγώ στην οικοδομή.
Απελπισμένος ο άνθρωπος με τα κοινόχρηστα,
400 Ε αυτός,
οι άλλοι όλοι γύρω στα 200.
Του έλυσα εν μέρει την απορία του,
ξέρω καλά τους παππούδες απ' τα χρόνια της ανασυγκρότησης.
Έφυγε ο συνταξιούχος του ταμείου εμπόρων
γαληνεμένος και μ' έκανε κι εμένα ευτυχή.
Είπε για το παλιό σαλόνι μας:
"Τι ωραίο σαλόνι, μοντέρνο
και πώς πάει το κόκκινο της φωτιάς με το μαύρο!"
Είπε και για την Μαίρη:
"Μα αυτό το κοριτσάκι είναι γιαγιά;"
Και μια λέξη για μένα παλιά και μαγική:
"Θέλω να έρθεις κάποια στιγμή για έναν καφέ.
Πρέπει να γνωριστούμε διότι είσαι EYΧΑΡΙΣ!"
Μεγάλη η χάρη του θεέ μου!
Λέκτωρ
Για δεκαεπτά χρόνους ολόκληρους
καλογέρευα.
Πορτάρης ήμουν, μάγερας, καθαριστής, σταβλίτης.
Κάθε βρομοδουλειά του γέροντά μου έκανα.
Στα μούτρα έφαγα τον άθλιο Πλάτωνα,
τον άνοστο Αριστοτέλη κι όλο τους το σινάφι.
Απ’ έξω τά ’μαθα, τ’ αντέγραψα
πάνω από εκατό φορές.
Τις νύχτες όμως στα κρυφά ο ασεβής
παρηγοριά είχα τον γλυκύ μου Επίκουρο
και τα μυστήρια του σκοτεινού τους
- χα, χα! - και των συγκαιρινών του
φως τά ‘φτιαχνα και χώμα.
Τώρα με κάναν αναγνώστη.
Όχι πως καμίαν μου αξία ότι εκτίμησαν,
καπάκι ήρθαν τα πράματα
μες στην τυχαία και στοχαστική τους περασιά
κι έκαναν τούμπα το ντετερμινισμό τους όλον.
Τώρα μπορώ πια, καθώς θ’ αναγιγνώσκω
τις ιερές Γραφές και το Θεόπνευστό μας Λόγο,
να τους πετώ πάνω στον ύπνο τους, αριά και που,
καμιά παραλλαγμένη πονηρά
σελίδα της φύσεως των όντων
και κάνα δυο μικροί κι ανήσυχοι
να την αρπάζουν στο μουχλιασμένο αέρα μας.
A posteriori
Χαμένος στη γλυκιά κι ατέλειωτη παραμυθία
της έρευνας του σήματος της μιας αλήθειας της κρυμμένης
μες στων ανέγγιχτων συμβόλων το λαμπρό πλεονασμό
που κοινωνία μόνον προσδοκούν αιώνες τώρα μα δε βρίσκουν,
εσύ, ένα χαζό παιδί συνέχεια εδώ σε πονηρό τόπο γερόντων,
για δέκα χρόνια τώρα και ως συνέπεια φυσική
της αναζήτησης του ενός γαρίφαλου μιας άλλης εποχής
και της σταγόνας που ποτάμια θα ξεχείλιζε μα δεν ευτύχησε
καθώς αγνόησε η τρελή το νόμο της συνάφειας και της
συνοχής,
έμαθες σιγά-σιγά να αρκείσαι σ' ό,τι έχεις,
να είσαι ό,τι είσαι, να μη μιλάς, να μη πονάς
και να χαμογελάς στα όνειρα της ανοήτου ευφορίας,
είτε αλλονών είτε δικά σου,
όλη την πίκρα ώριμης κι ύστερης γνώσης καταπίνοντας.
Πλατεία Συντριβανίου, ΕΤΕ
Δεν μ’ εκτιμάει η Εθνική μου Τράπεζα.
Δεν έχω πίστιν αξιόλογη γι’ αυτήν.
Την έχω μάλλον απολέσει ολωσδιόλου.
Τα δεκαεπτά έτη συνεχούς
διδαχής ερωτικής κι απεγνωσμένης έρευνας,
η πίστη σε ήθος και ιδανικά,
η απαρέγκλιτη εφαρμογή των σχετικών νόμων
δεν μετρούν διόλου.
Ούτε τ’ ό,τι κατάφερα και τα παιδιά μου μοναχός ανάστησα
κι έγιναν έντιμοι πολίτες, άξιοι της πατρίδος καθώς λεν.
Ό,τι για τη μεγάλη φίλη μου μετρά
η μίζερή μου δήλωση στην εφορία είναι.
Και τα ειλικρινώς αναφερόμενα σ’ αυτήν
τρία εκατομμύρια γλίσχρου ετησίου εισοδήματος
αντιστοιχούν -αν εγκριθεί- σε δάνειο αστείο
το πολύ πεντακοσίων χιλιάδων.
Κι ας χρόνια τώρα ολόκληρα μου κρατά,
αφού ο αφελής την εμπιστεύτηκα,
ό,τι με βάσανον πολύ αποταμιεύω.
Δυο άφιλοι υπάλληλοι, σ’ ένα ανώγειο θλιβερό
πάνω απ’ την πολυτέλεια του λαμπερού ισογείου
μου έκοψαν απότομα και βλοσυρά ελπίδα πάσα,
τρώγοντας μπουγάτσες.
Μου πέρασε μάλιστα για μια στιγμή
η υποψία πως ο ένας χαμογελούσε ειρωνικά
κάτω απ’ το λιγδιασμένο μούσι του.
Σελίδες
- « πρώτη
- ‹ προηγούμενη
- …
- 111
- 112
- 113
- 114
- 115
- …
- επόμενη ›
- τελευταία »