Αριθμούς ανακατώνω στην ουσία μόνον
και κάποιους νόμους φυσικούς
βαδίζοντας στα σκοτεινά,
ακουμπώντας λίγο σε κάποιαν διαίσθηση
αναπτυγμένη απ’ τα χρόνια
με ρίζες σε χώρους Ευκλείδειους.
Έτσι, πρώτη φορά,
γίγνονται
μπροστά στα μάτια μου
πράγματα ωραία,
εξαίσιες δηλαδή μηχανές
που δουλεύουν και
το τέλος τους
πληρώνουν.
Είστε εδώ
στιχηρά
Η έρευνα του μηχανικού
Διορισμός
Ο φάκελός μου ελεγμένος, εγκεκριμένος
απ’ όλους τους αρμόδιους υφιστάμενούς του,
επί ένα μήνα και πλέον
βρίσκεται στο γραφείο του.
Ο μεγαλορρήμων και μεγαλόσχημος υπουργός μου,
ο εκ του νόμου φυσικός μου προϊστάμενος
έχει μόνον να υπογράψει
το διορισμό μου στη νέα μου θέση,
αυτήν του αναγνώστη δηλαδή.
Είναι αλήθεια πως κάποιαν αγωνία έχω.
Το ξέρει βέβαια κι αυτός
και θέλει ίσως να τονίσει
τις απεριόριστες δυνατότητές του
και ότι ίσως χάριν του χρωστώ.
Αφήνει φυσικά κι ένα περιθώριο
για την εύλογη λειτουργία
των γνωστών μηχανισμών.
Εγώ πάντως, διαθέτοντας κάποια πρόσβαση,
αρκετά ισχυρή μάλιστα, δεν την χρησιμοποίησα.
Μια ειλικρινής ενημέρωση εκ των ‘έσω’ που είχα, ήταν:
“Ο Γεράσιμος, ξέρετε,
δεν ακούει κανέναν,
ούτε καν τον υφυπουργό του”
Έτσι στ’ αυγά μου κάθομαι και αναμένω.
Κλαράκι ανώνυμο
Είναι κάποιοι διόλου αθώοι φοιτητές
που επιμένουν να ζωγραφίζουν τοίχους.
Τους αγαπώ
-τους φοιτητές μου αυτούς
και τους ζωγραφισμένους τοίχους.
Δεν εννοώ τα περίτεχνα γκράφιτι,
ούτε τα εξυπνακίστικα συνθήματα.
Εκείνα πάλι τα ηρωικά κι ωραία
της τρυφερής νεότητος, έχουν παρέλθει
ανεπιστρεπτί μαζί της.
Αυτοί είναι άλλοι,
δεν φαίνονται και φασαρία δεν κάνουν.
Στο κάτασπρο, φρεσκοβαμμένο κλιμακοστάσιο
χθες μ’ ένα μολύβι απλό
κάποιος -κάποια;-
ζωγράφισε ένα κλαράκι ανώνυμο
με τέσσερα φύλλα
δίπλα στη πόρτα του Ιερού μας.
Έτσι πρωί-πρωί
εν μέσω θορύβου αγρίων τροχοφόρων
και τεχνητής αναπαραγωγής
εξαίσιας κλασικής μουσικής
που πάει να μας γελάσει,
στη θλίψη και τον αβάσταχτο καημό
επελεύνοντος καρκίνου
εκείνο το πολύσημο άχρωμο κλαδί
ανοίγει την καρδιά μου
διάπλατα.
PR-τζιλίκια
Kάντε σεις, κάνετε δημόσιες σχέσεις
κι αφήστε ’μένα μόνο κι ήσυχο,
στην ερημία μου να δουλεύω,
τις άδειες σκέψεις που αιωρούνται να γεμίζω
κι ουσία πέμπτη να μαζεύω,
μέσα από σκύβαλα συλλέκτης
ταπεινός κι ευτυχισμένος.
Συλλέκτης
Kάντε σεις, κάνετε δημόσιες σχέσεις
κι αφήστε ’μένα να δουλεύω,
τις άδειες σκέψεις που αιωρούνται να γεμίζω
κι ουσία πέμπτη να μαζεύω,
μέσα από σκύβαλα συλλέκτης
ταπεινός κι ευτυχισμένος.
Περί λαμπάδων και κορασίδος
«Εγώ δεν έχω δει κάθε μέρα εκατό
να λαμπαδιάζονται επειδή καίγονται τα σπίτια, επειδή
δεν έχουν ρεύμα.»
Σε τέτοιες εποχές
και επί τέτοιων ζητημάτων
είναι που λάμπει το μέταλλο
και φαίνεται η σκουριά.
Ο κυρ-Δήμαρχος φτάνει στα όρια
της τάξης του της ηθικής της
και σαστισμένος λέει αρλούμπες…
έξοδος
λεύκες πλατάνια κι ακακίες με πράσινα φύλλα ακόμα
Δεκέμβρης στα γεμάτα
τι μπάσταρδοι χειμώνες είν΄ αυτοί
δεν πήραμε καμίαν άδεια για τις παροχές
φώναζε ο ρήτορας απ’ την αψίδα του Γαλέριου
κι ανταπαντούσες
τι λέει ρε παιδί
αυτό κι αν είναι αντίσταση· όχι παίξε γέλασε
φοβάμαι μου είπες
όσο οι δρόμοι είναι αδειανοί· φοβάμαι
όσο ο εκπρόσωπος δεν θέλει αντιπρόσωπο στην άσφαλτο
φοβάμαι
και χάθηκες σ’ ένα κοντσέρτο
για δυο ιπτάμενα και τρία επίγεια
ή σε μια συμφωνία σε χρώμα μπλε μείζον
δεν θυμάμαι
αν ήταν ακριβώς στην via egnatia
με κλειστές τις πύλες της πόλεως
εμένα όμως μ' αρέσει έτσι
να βρίσκω παραπόρτια ανοιχτά
για την Ρεντίνα και τις Εννέα Οδούς
πρόλαβες να περάσεις το γεφύρι
πριν να το θάψουν λάσπες κόκκινες
'φούσκωσε αποβραδίς το Μέγα ρέμα
οι δώθε δεν θα παν στην λαϊκή σήμερα'
άκουσες την γλυκιά κυρούλα με το καρότσι
το διάφανο πλαστικό αδιάβροχο
και τ’ άσπρα σαν της μάνα σου μαλλιά
ανατρίχιασες
είχες ν' ακούσεις τέτοια φράση απ' το '60
έρημη λεύκα μοναχή κατάξερη και τελευταία
στη μέση στο πλημμυρισμένο ρέμα
και τα σπιτάκια της Καπουτζήδας εμμονή
ο Εγγλέζος περιηγητής με την ομπρέλα να
αναφωνεί χωρίς κανείς να τον ακούει
oh so beautiful so Doric
they use you only as a kitchen garden
ξόδεψες κάπου επτά χρόνια στους νερόμυλους
μέχρι να βρεις πάλι τον δρόμο σου
Μπάσταρδοι χειμώνες
Λεύκες, πλατάνια κι ακακίες με πράσινα φύλλα ακόμη.
Δεκέμβρης στα γεμάτα.
Τι μπάσταρδοι χειμώνες είν΄αυτοί;
Οι πλάκες του Μετεωροσκοπείου
Εγώ το ήξερα ότι σαράντα χρόνια
περπάταγα πάνω σε τάφους.
Πήγαινα σιγά
στις μύτες των ποδιών,
στις άκρες των μονοπατιών
κι έψαχνα να πατώ
σε πέτρες που δεν μοιάζαν λαξεμένες,
σ' άσφαλτο αντιβιοτική και τσιμέντο άσηπτο.
Οι άλλοι;
Μοριοσυλλέκτες
Μοριοσυλλέκτες ευτελείς
γίναν οι άνθρωποι με την ηλικία των ονείρων.
Δεν τους έπρεπε.
Σελίδες
- « πρώτη
- ‹ προηγούμενη
- …
- 110
- 111
- 112
- 113
- 114
- …
- επόμενη ›
- τελευταία »