Είστε εδώ

στιχηρά

Οι χείριστοι

Οι χείριστοι ήταν πάντα εντός των τειχών
και κατά κύριον λόγο ήταν ‘προστάτες’,
ανέσκαπταν το της πόλεως σώμα
και εις φρικτούς βασάνους την έσυραν.

Μετά, πενήντα χρόνια έκαναν να κλείσουν
τις κακοφορμισμένες της πληγές
και μ’ αποστειρωμένο τσιμέντο, άσφαλτο κι άγαρμπη πέτρα
περιέκλεισαν τα πάντα
-πέτρες ιερές, μαγεμένα αγάλματα, θαλασσινές ανάσες-
επ’ αμοιβή βεβαίως πάντα.

Στρώματα ιστορίας ανακατωμένα
με κοκκινόχωμα των εποπτευόντων λόφων,
σπορές του χρόνου μη φανούν
και την πορεία μας την πρόσκαιρη στραβώσουν.

Ο φόβος, ο φόβος
για το άλλο, το ξένο, το μείγμα, το περίπλοκο.
Μην και στραβώσει το ευθύ.
Μην και φανεί ότι μπορεί
κι όλοι μαζί να ζήσουν.

________________________________________________

Με αφορμή: Ζωή Καρέλη, “904  μ.Χ.”, “Της μοναξιάς και της έπαρσης” 1951

 

Ανάρτηση: 26/02/2014 - 17:18

Παραμένω δικός σου

Το επιπλέον άχαρο κουτί, Μαίρη,
από τη Βαλτική
στα θερμαϊκά νερά,
σήμερα, χαράματα 16 του Φλεβάρη 2001,
έχει τρία χρώματα.
Άσπρο αδιάφορο, γαλάζιο ευγενικό
και κάτω από τα ίσαλα
ίσα που φαίνεται το μοχθηρό κόκκινο μίνιο.
Αντέχει, γερό σκαρί, θηρίο.
Δεν πάει με τα δικά μας τα νερά βέβαια.
Αυτά είναι γι’ άλλα σκαριά, ελαφριά και γρήγορα.
Ξύλινα καϊκάκια, αλήτικα,
πολύχρωμα, ελεύθερα κι ωραία.
Μία ζωή μ’ αυτά τη ζήσαμε.
Δε θα φορτώσω τώρα την αγάπη μου αλλού.
Παραμένω θερμαϊκός, δικός σου.

Το μπλε του κόλπου είναι πολύ,
όλα τα καταπίνει.

Ανάρτηση: 25/02/2014 - 00:02

Μαλγαρινό προσφυγάκι

Αναγνωρίσιμο εύκολα
το σχήμα και το χρώμα
των πολεμικών.
Πού τα δικά μου ψαροκάικα…
Καμία σχέση δεν έχουν
με τα εύδρομα των άλλων.

Είναι η βροχή κι η συννεφιά, τέλη Φλεβάρη,
η μούχλα της μητέρας πόλης που κάνει
τα γεροντικά κορμιά όλων να υποφέρουν.
Όλα έγιναν τοπίο φαντασμάτων.
Οι ηχηρές πορείες των τολμηρών διαδηλωτών
δεν συγκινούν πολλούς.
Προτιμητέοι οι πόνοι μας
από την πύλη του λιμανιού.

Κι αυτά σταχτιά και σιωπηλά πηγαινοέρχονται.
Σκιές.
Επαναλαμβάνουν αιώνων κινήσεις και ξεφορτώνουν.

Πού ’σαι μικρούλη μου παππού,
Μαλγαρινό μου προσφυγάκι δωδεκάχρονο;
Σα βατραχάκι να τσαλαβουτάς
στα θερμαϊκά νερά για να μαζέψεις πορτοκάλια
που πετούν σύμμαχοι ελεήμονες απ’ τα καράβια τους.

Είμαστε εδώ, ογδόντα χρόνους ύστερους.
Εσύ στην Αχειροποίητο, κυνηγημένο ορφανούλι,
εγώ στη χειροτεχνημένη μας Πολυτεχνική
δήθεν με ρίζες και θεμέλια,
ιεροφάντης τάχατες γνώσεων επικαιρικών.
Εσύ μικρό ξενομισμένο κι εγώ σ’ απελπισία διαρκή.
Για χρόνους και για τόπους που μας φεύγουν,
δικούς μας, που τους θέλαμε και μας τους παίρνουν.

Κι αυτοί πηγαινοέρχονται.
Διαβαίνουν το Σκρα να χτυπηθούν
με Σλάβους ανυπόταχτους,
απελπισμένους απολύτως.
Τι γίνεται Χρηστάκη μου;
Όλα ίδια είναι κι όλο αλλάζουν;

Ανάρτηση: 23/02/2014 - 11:56

Περί χαχόλων

Για δε ρε πώς αλλάζουν τα συντάγματα!

Ντάλα μεσημέρι,
με μια πλατεία καμένα λάστιχα,
εκατό άδικα χαμένους,
          έναν φασίστα καθαρό,
                    έναν μποξέρ με PhD,
                             τρεις ευρωπαίους υπουργούς
                                        κι έναν εκπρόσωπο παρέα.

Άει τώρα ερίφη μου να βρεις
το Κίεβο πού πέφτει,
o δρόμος των Βαράγγων,
τι είναι κοινοπολιτεία Πολωνο-Λιθουανική
και τι ο Στεπάν Μπαντέρα.

Καταλαβαίνεις τώρα πια,
γιατί δεν σου μαθαίνανε ιστορία;
Σου τά 'λεγα εγώ.
Κι εσύ κοίταζες με σηκωμένο φρύδι ...
Αμ την Γεωγραφία;

Αλλάζουν τα συντάγματα
μες σε σαράντα οχτώ ώρες;

Εάν αλλάζουνε λέει…

Ανάρτηση: 21/02/2014 - 20:18

Άνοιξη Ι

Άνοιξη,
συννεφιά που σκίζεται ξάφνου
από έναν ήλιο στιβαρό και βέβαιο,
γεμίζοντας το δρόμο με
γλυκά μαθητούδια,
χαμογελούσες μικρομάνες
κι εγκυμονούσες που φεγγοβολούν.

Ανάρτηση: 20/02/2014 - 12:23

Xωρίς εμάς

Θα ’ναι τα χρόνια δίσεχτα
και δυο φορές πιο σκληρά
γιατί σφαγές και φονικά
θα ’ναι πολύ αλλιώτικα
χωρίς εμάς.

Ανάρτηση: 19/02/2014 - 20:43

Epilogue

Αυτά λοιπόν τα δύσμοιρα δικά μας.
Σας γράφω απ’ το ευαγές μας Ίδρυμα.
Όπου εκατοντάδες φοβισμένοι ακαδημαϊκοί
προσμένουν τρέμοντας την συντέλεια του κόσμου.

Ως εκ τούτου, μην ελπίζετε τίποτε απ' αυτούς.

Θα επανέλθω αν κατιτίς αλλάξει.
Σας χαιρετώ και σας ασπάζομαι.

Αγγίτης

Κλάμα είναι ό,τι θέλει από μέσα μου να βγει.

Κλάμα μοναξιάς απέραντης
σε δρόμο στρωμένο κιτρινισμένα φύλλα λεύκας,
καθώς βαδίζω στην κοιλάδα του Αγγίτη,
κρυμμένου ποταμού ανάμεσα στη Δήμητρα και τη Μυρίνη.

Κλάμα για όσους στέκονται στα υψώματα ένα γύρο
και με παρατηρούν με μάσκες αποξηραμένης άσπρης λάσπης,
την αγωνία μου μετρώντας και τις αντοχές μου. 
Τα βήματά μου, ως φαίνεται, είναι γερά ακόμη.
Δεν το τολμούν. Τ’ αχρηστευμένα όπλα μου 
πρέπει να τους τρομάζουν. Ας είναι... 
Κύμβαλα, σάλπιγγες, άναρθρα τραγούδια 
όσων ξεκίνησαν και με καταδιώκουν ακούγονται αρκετά μακριά.

Πίσω μου, τα τρελά λιοντάρια κι οι μινώταυροι
κι εγώ ακάλυπτος βαδίζω στα οκτωβριανά μου 
αυτά στενά της θλίψης και της εγκατάλειψης,
τραβώντας ίσα στα ριζά των υψωμάτων με τα οργωμένα τους χωράφια,
για τις γραμμές του τρένου που πάν παράλληλα με το ποτάμι.

Χέρι κανένα και βοήθεια καμιά.
Για μια ζωή ολόκληρη άλλους κουβαλούσα.
Αδύναμους, γυμνούς, κατατρεγμένους
κι από καμιά φορά δόλιους φτωχορουφιάνους.
Άλλους παρέδωσα σωστούς, άλλους μισούς, άλλοι μ’ αφήσαν
κι’ άλλοι γονάτισαν ξέπνοοι στα χαντάκια και στη λάσπη.
Δυο τρεις μ’ ακολουθούν ακόμη. Πού να πηγαίναν άλλωστε;

Δυο πόδια και δυο χέρια μόνον είχα.
Ένα μυαλό για να ξεφεύγω και ν’ αντέχω. Και μνήμη πέτρινη. 
Για τους χρησμούς και τα μηνύματα, τον κώδικα.

Κλάμα είναι ό,τι θέλει από μέσα μου να βγει...
Γνώση απερίσκεπτη ενός κάμπου στο μέσο των γλυκών βουνών.
Γνώση που ξέφυγε το μέτρο του κοινού και γίνεται επικίνδυνη.
Και πρέπει επομένως να χαθεί.

photos: Dimitris Georgitzikis

Ανάρτηση: 18/02/2014 - 11:00

Δεκατέσσερα χρονώ

Μετρώ τα χρόνια που περάσαμε μαζί.
Απολογισμό δε θέλω να κάνω,
νωρίς είναι.
Να χαράζω με το νύχι γραμμές στη μνήμη,
θέλω μόνο.
Ανάμεσα σ' ανόητους στόχους,
μάταιες προσπάθειες,
αυταπάτες
που γίνονται πριν, τέως, τότε,
μια φορά, έναν καιρό,
είσαι ό,τι μένει ζωντανό.
Σ' αγαπώ και είμαι μόλις
δεκατέσσερα χρονώ.

Λυπάμαι μόνο που δε σε γνώρισα
μαθητής Δημοτικού,
να έχω να λέω πιο αλήθεια
πως μεγαλώσαμε μαζί.

Ανάρτηση: 16/02/2014 - 09:17

Γρηγορίου Λαμπράκη

Σε έναν δρόμο,
ενάμισι χιλιόμετρο ευθεία,
πέντε υποκαταστήματα κι ένα easypay.

Στον ίδιο δρόμο οι 'άλλες', άλλα πέντε.
Ανοίγουν-κλείνουν, αλλάζουν χρώμα.
Μια γειτονιά κατακαημένη, Άνω Τούμπα.
Στον τόπο της υψηλότερης ανεργίας.

Δεν έχει ποτέ ξανασυμβεί αυτό.
Μοιάζει να ετοιμάζονται για κάποιο είδος τελικής λύσης.

Εδώ τελειώνει η εμμονή μου, 
κι ελπίζω οι ποιητές να γράψουν κάποτε 
ποιήματα για τράπεζες και χρέη.

Ανάρτηση: 15/02/2014 - 08:39

Σελίδες