Τους πιο καλούς
πιο ωραίους μου στίχους
τους έχω χάσει.
Μ’ άφησανε, τους άφησα, τους πήραν.
Ήτανε βράδια κούρασης
την ώρα που βάραιναν
μάτια και χέρια,
όταν αυτοί αναπηδούσαν
στα βράχια και στις ρεματιές
της άγριας σκέψης
σα κατσικάκια αδέσποτα
και με περιγελούσαν.
Πώς να τους πιάσεις και με τι;
Ήταν ταξίδια κι άγγιγμα
με κόσμο αληθινό,
εικόνες ακριβές και μόνες
που έρχονταν και χάνονταν.
Πώς να αφήσεις το τιμόνι;
Σκέψεις μετά από χτυπήματα βίαια,
αλήθειες έμπλεες φωτός.
Και η βιοτική σε άρπαζε η άθλια,
σε πήγαινε όπου δεν ήθελες.
Κι εκείνοι έφευγαν.
Ήξερες, όλος λύπη, πως δε θα ξαναρθούν,
έριχνες άγκυρες, σκοινιά
στα μονοπάτια του μυαλού σημάδια,
μικρά πετραδάκια σαν κοντορεβιθούλης,
κολλούσες πάνω τους ωραίες μουσικές.
Τίποτε.
Ό,τι έμεινε, αυτό είναι.
Πόσο όμως τους αγαπώ!
Ας είναι.
Και της στιγμής τους η χαρά,
λίγη δεν ήταν.



