Είστε εδώ

Κωπηλάτες

τα των ερετών 

Las incantadas

Είδωλα…
Süreti melek…
Σχήματα αγγέλων…
Las incantadas…
Μαγεμένες…

Άσπρη πέτρα, λεία κι αστραποβόλα.
Ποιος ξέρει από ποια Θάσο, ποια Πάρο,
ποια Πεντέλη σε ταξίδεψαν
θαλάσσιοι άνθρωποι,
ανοιχτών κοινωνιών
στο Forum μέσα να σε στήσουν.

Ανθρώπων αναθήματα,
λατρευτικά επίγειων λόγων ηδονικών,
αντίπαλα, εχθρά, διωκτικά
του θάνατου και της αλλιώτικης ζωής
της όλο βάσανον κι αναίτια αλγηδόνα.

Δεν έχει θάνατο. Δεν έχει άλλη ζωή.
Μπρος στην πλατεία Αριστοτέλους
λάμνουν ανυποψίαστοι ωραίοι κωπηλάτες
σε αγώνες δήθεν διεθνείς, ευτελισμένους.

Μα εγώ είμαι στην αυλή του Εβραίου,
στον παράδεισο,
εκεί όπου οι χαλκείς έκτισαν το ναό τους.
Μπορώ κι ακόμη σκέφτομαι τις μαγεμένες.

 

Ανάρτηση: 10/05/2013 - 10:18

Κυριακή I

Αντάλλαξα εν τέλει
και της Κυριακής μου το απόγευμα
με κάτι ξεπλυμένα πεντοχίλιαρα
όπως κι όλες τις άλλες μέρες της βδομάδας
έχω από χρόνια ξεπουλήσει.
Έτσι δεν άφησα τίποτε άλλο
παρά έναν κατακαημένο περίπατο
έντεκα το πρωί,
μετά των χριστιανών την Εκκλησία,
στα μπλόκια του Ομίλου
να βλέπω αγγέλους να κωπηλατούν
και τα βαρκάκια να πετούν
πάνω απ’ τα όζοντα λύματα
της ξιπασμένης Καλαμαριάς.

Ανάρτηση: 02/06/2013 - 01:31

Κορασίδα κωπηλάτρια Ι

Μικρή μου κορασίδα κωπηλάτρια,
μείνε όπως είσαι,
γαλήνια κι ατάραχη,
έσχατη και μοναδική
προστάτιδα αυτού του κόλπου.
Πιάνε τους μαγευτικούς ρυθμούς σου
λάμνοντας στην αραιή ομίχλη
της πρωινής μητρόπολης.
Έχε το νου σου μόνον
στ’ αντιμάμαλο π’ αφήνει πίσω του
αυτός ο γεροξεκούτης καπετάνιος,
χαμένος στην υπεροψία του όγκου
και στην ασχήμια του γκαζάδικου.
Δε θα προσέξει το κομψό σου μπλε βαρκάκι.

Ανάρτηση: 02/06/2013 - 21:58

Έφηβοι κωπηλάτες Ι

Ωραίοι έφηβοι κωπηλάτες,
αγνοούντες τελείως
κινδύνους τωρινούς κι επερχομένους,
γλείφουν με τα λεπτά βαρκάκια τους
τα ίσαλα τρισάθλιων βαποριών
που στο μητροπολιτικό λιμένα συνωστίζονται
και τη σαπίλα κουβαλούν όλου του κόσμου.

Ανάρτηση: 04/06/2013 - 00:17

Απόπλους

Kάτασπρο αργοκίνητο εμπορικό
με τη γαλάζια σου γραμμή πάνω απ’ τα κόκκινα ίσαλα,
χαϊδεύεις και χαϊδεύεσαι με το θερμαϊκό μπλε
χειμώνα γαλήνιου, ύστερα από ήρεμη βροχή.

Στα πόδια του Ολύμπου σέρνεσαι γλυκά
αφήνοντας την μπόχα της πλανεύτρας
και δήθεν-τάχα αγαπησιάρικης Μητρόπολης.

Και μόνον αυτοί,
οι κωπηλάτες κι οι κωπηλάτριες,
παίδες και κορασίδες,
έφηβοι και νεάνιδες
άδολοι φύλακες,
του τόπου, του χρόνου και του κόλπου
τιμές σου αποδίδουν
ανοίγοντάς σου τους τυχαίους σχηματισμούς
των ανελίξεών τους των στοχαστικών
για να περάσεις.

Και κουβαλάς - τι κουβαλάς;-
και πας - πού πας;-
το στόμιο της διαφυγής απόβλητων
νόθας ζωής ακολουθώντας
πλάι στο Καρά Μπουρνού,
κάτω από περίφραχτες επάκτιες οχυρώσεις αχρηστευμένες.
Κι’ αφήνεσαι μετά στη μυστική ροή του Βαρδάρη,
υγρού και αερίου,
μες σε κραυγές που όλο παρασέρνει.

Αχ και για τη δημοκρατία της θάλασσας να με κινούσες
για πόλεις λεύτερες και μόνες πάλι,
μακριά απ’ τα σιχαμένα έθνη τους και τα παζάρια.
Μελάνι θάλασσας, γραφίδα ξύλινη από παλιό κουπί,
εμπόριο κοινωνίας,
πλάι σε φιλοσοφία φυσική εναλλαγής, ροής κι αρνήσεως.

Ανάρτηση: 05/06/2013 - 14:19

Λυδίας, σημείο Μηδέν

“Ποιος είσαι συ ρε που θα μου πεις εμένα
για του δικού μου του παιδιού τη μοίρα;”
Έτσι κάπως αρχίζει ένας καυγάς
ανάμεσα σε άφιλους ομοεθνείς.

Είμαστε εδώ
στο σημείο Μηδέν,
κάτω απ’ την γκρίζα γέφυρα
του προεντεταμένου σκυροδέματος
στον διευρυμένο ποταμό Λυδία.
Σ’ άθλιες αυθαίρετες παράγκες,
χαμένες στην παρόχθια βλάστηση,
υψώνουμε τα γελοία μας λάβαρα.

Τα πλοία μας πέρασαν πριν καιρό
από της Πέλλας το λιμάνι κι έφτασαν
όσο γινόταν πιο βαθιά-
άνθρωποι της θάλασσας εμείς,
πέσαμε στα ποτάμια και στις λίμνες.

Δεν έχει άλλους να νικήσω λες
τραβώντας το κουπί σου στα καλάμια με μανία,
κόβοντας νούφαρα και σκίνα
-κι είσαι μονάχα δεκαεπτά.
Γελούσα με τους έφηβους που λύγιζαν τους άντρες.

Δεν πάει άλλο το ποτάμι πιο ψηλά,
στενεύει, αγριεύει, απειλεί.
Άλλες φυλές, άλλης ζωής αλλόκοτης,
έχουν το θάνατο για τίποτε,
αφήνουν τα βουνά τους,
σκλαβώνονται εθελούσια.
Ρακένδυτοι Αλβανοί
πάνω σε πλατφόρμες, μέσα στα καπνά,
περνούν την άσπονδη γέφυρα των ορίων σου
κι οι δήθεν της δημοκρατίας μας φρουροί
σφυρίζουν αδιάφορα κάνοντας τα στραβά μάτια.

Ρώτησα έναν μικρούλη κοκαλιάρη,
δεκαπεντάχρονο τον έκανα,
με μάτια γαλάζια κι αχυρένια μαλλιά,
μικρό κεφάλι, πρόσωπο όλο λειχήνες:
-Πόσο είσαι ρε μάγκα;
-Σαράντα, είπε.
Καθάριζε τη λίγδα μιας τρισάθλιας κουζίνας.

Κι όμως είναι τόσο γαλήνιο το ποτάμι μέχρι εδώ,
δε βρίσκεις εύκολα το προς τα πού κυλάει.
Λάσπες, απόβλητα πόλεων βαρβαρικών
και επιπλέοντα ροδάκινα χωματερών
ζέχνουν και λες τι είναι αυτό,
όξινοι ατμοί, ομίχλη, τι;

Ρίχνεις περήφανος το σκάφος στα νερά
ξεφεύγεις τα καλάμια με κουπιές δυνατές
διώχνεις βατράχια και νερόφιδα
και να ’σαι μοναχός και πρώτος
στο κέντρο του ποταμού.
Πας για την Πέλλα
κι από ’κει για θάλασσα,
αφήνοντας το Γενιτζέ
που ό,τι κι αν κάνει δε μπορεί
με τίποτα απ’ τη λάσπη να σηκωθεί.

Ν’ αφήσεις το κουπί,
να πιάσεις το δοξάρι.
Ν’ αφήσεις το δοξάρι,
να πιάσεις ασπίδα και σπαθί.
Ν’ αφήσεις τα σιδερικά,
να πιάσεις το καλάμι...
Δεν έχει τέλος λαμνοκόπε μου.

Ανάρτηση: 10/06/2013 - 12:01

Θαλασσομάχος

Ποιος τάχα τώρα να σε φυλάξει θαλασσομάχος
σε τόση φουρτούνα καταμεσής
και ποιο ενθέμιο τη βαρκούλα σου να περιμένει στην ακτή
τολμηρέ, μικρέ και μόνε κωπηλάτη θερμαϊκέ;

Ανάρτηση: 13/06/2013 - 02:57

Θέρμη

Ξαπλώνω εγώ λοιπόν μικρή Κική κατάκοπος
στο πίσω κάθισμα του Scoda
προσμένοντάς σε,
χαράματα σε βρόμικο ακρογιάλι
πλάι στα καράβια των Περσών
καλά προφυλαγμένα από νότιο άνεμο
καθώς αυτοί γλεντοκοπούν στη Θέρμη
και συ κωπηλατείς
-για ποιόν;
για τι;
για ποια της θάλασσας δημοκρατία;-
εντολές ακούγοντας κι ηλίθια παραγγέλματα
ανεπαρκών ενστόλων.
Με την παλάμη μου ύστερα σκουπίζω
τα εύλογα δάκρυά σου
και στη ψυχούλα σου ενσταλάζω
την ανοχή, την αντοχή,
του πώς και του γιατί την χάριν,
του πρέπει και του δύνασθαι τα πάθη.

Έτσι, θεόγυμνος εγώ και μόνος
κρύο πρωί καλοκαιριού που ξέχασε κι αργεί,
σου γράφω εν τέλει πέντε στίχους.

Ανάρτηση: 20/06/2013 - 01:22

Κορασίδα κωπηλάτρια ΙΙ

Ποιος τάχα τώρα πολικός αστέρας να σε καθοδηγήσει
και ποιο φεγγάρι να φωτίσει τη νυχτερινή πορεία σου
γλυκιά, μικρή, δεκαπεντάχρονη κορασίδα κωπηλάτρια,
τώρα π’ ανοίγεσαι αγγελικά σ’ αυτόν τον κόλπο
θερμής ντροπής ανθρώπων και των υγρών τους
   αποβλήτων,
πάνω στο κάτασπρο λεπτό βαρκάκι σου;
Εγώ.
Εγώ που τώρα στέκομαι στα μπλόκια του Ναυτικού
   Ομίλου
στεφανωμένος την ομίχλη του επερχόμενου πρωινού,
δεμένος στο νοητό ιστό της περιφερειακής
με τα ωχροκίτρινα λαμπιόνια της,
ξεδιάντροπα στολίδια στην κεφαλή της Μητροπόλεως,
κάτω απ’ τους ήχους μιας Καλαμαριάς που ξενυχτάει
   ανυποψίαστη.
Έτοιμα όλα,
όλα για το ταξίδι του χαμού και της χαράς
που έχει αρχίσει με σένα πρώτη, πιονέρισσα και
   ανιχνεύτρα,
εδώ στις υπώρειες του Χορτιάτη, στα πόδια του Ολύμπου
ως άλλη ύβρις ή και απαίτηση για την δημοκρατία της θάλασσας

Ανάρτηση: 29/06/2013 - 00:59

Κοινωνία θερμαϊκή

Καράβια, κιβωτοί, υπερωκεάνια.
Δυτικοί, Ανατολικοί επιδρομείς
ή πρέσβεις της ισχύος
κοινωνία θερμαϊκή δε χτίζουν.
Σωρεύουν δύναμη, γράφουν ιστορίες
μα εμένα η ευτυχία μου είν’ αλλού.

Έναν κόλπο ονειρεύομαι,
γαλήνιο στο παράθυρό μου.
Δεκάδες αγγέλους, εύθυμους
που να χορεύουν στα νερά.

Άφησα τα καράβια για τους άλλους.
Κράτησα τα βαρκάκια των κωπηλατών.
Ένας,
δυο,
τρεις,
τέσσερις,
πέντε ή
το πολύ εννιά.

Μόνοι τους.
Διπλοί ή τετραπλοί,
δίκωποι ή τετράκωποι,
μετά ή άνευ μικρόσωμου
υβριστή πηδαλιούχου.
Χαρά και γλέντια όταν μαζεύονται σπανίως οκτώ συν ένας.

Καμία κινητήρια μηχανή.
Σώμα, μυαλό, ρυθμός
και μηχανές απλές, αρχαίες
- μοχλοβραχίονες και υπομόχλια.
Θεώρημα ώθησης-ορμής,
Νεύτωνας κι Αρχιμήδης.
Ποίηση σκέτη δηλαδή.

 

Ανάρτηση: 10/07/2013 - 10:47

Θέρμη

Ξαπλώνω εγώ λοιπόν μικρή Κική κατάκοπος
στο πίσω κάθισμα του Scoda
                                                    προσμένοντάς σε,
χαράματα σε βρόμικο ακρογιάλι
πλάι στα καράβια των Περσών
καλά προφυλαγμένα από νότιο άνεμο
καθώς αυτοί γλεντοκοπούν στη Θέρμη
και συ κωπηλατείς
-για ποιόν;
για τι;
για ποια της θάλασσας δημοκρατία;-
εντολές ακούγοντας κι ηλίθια παραγγέλματα
ανεπαρκών ενστόλων.
Με την παλάμη μου ύστερα σκουπίζω
τα εύλογα δάκρυά σου
και στη ψυχούλα σου ενσταλάζω
την ανοχή, την αντοχή,
του πώς και του γιατί την χάριν,
του πρέπει και του δύνασθαι τα πάθη.

Έτσι, θεόγυμνος εγώ και μόνος
κρύο πρωί καλοκαιριού που ξέχασε κι αργεί,
σου γράφω εν τέλει πέντε στίχους.

Ανάρτηση: 11/02/2014 - 23:51

Θερμαϊκός

Α ρε Θερμαϊκέ μου,
πώς και λιμνάζεις ήσυχος τόσα χρόνια
και δεν αγριεύεις να τους καταπιείς,
πώς τους αφήνεις έτσι να σε πιλατεύουν!

Είναι αλήθεια πως κάποιες νύχτες
είδα το θυμό σου να ξεσπάει
με κύματα άγρια που φτάναν
ως τ’ άθλια παρκάκια της προκυμαίας σου.
Αλλ’ ήταν μεσάνυχτα βαθιά,
οι αγαθοί προστάτες σου οι κωπηλάτες
είχαν μαζέψει βαρκάκια και κουπιά από νωρίς.

Κανείς δε σ’ έβλεπε
ούτ’ υποψιαζόταν,
εκτός ίσως καναδυό
νυχτερινοί διαβάτες, ύποπτοι.
Οι άλλοι το πρωί, όσοι δηλαδή
είδαν βρεγμένες τις ορθογώνιες πλάκες της νέας παραλίας,
αναρωτήθηκαν αν είχε πολύ κύμα χτες βράδυ
ή μήπως έβρεξε;

http://issuu.com/basilislaliotis/docs/dimakis

Ανάρτηση: 21/10/2014 - 17:30

Νοτιάς

Ε ρε και νά ’βγει ένας νοτιάς
και να γαμήσει τον Βαρδάρη,
να λιώσουν τα χιόνια στις σκεπές
κι οι πάγοι στην αυλή του νιώσκου.

Ν’ αφήσουν κι οι Πέρσες τα λιμάνια μας
-τους σχάθηκε πια η ψυχή μας, ας πάνε κατ’ το νότο-
κι οι κωπηλάτες μας νά βγουν από τα ντόκια του Ομίλου έξω.

Ανάρτηση: 06/02/2015 - 12:11

ο δεύτερος

ο δεύτερος είναι ένα τίποτα
μου είπε ο έντιμος προπονητής 
σκεφτείτε το

είπα να τον πάρω και να φύγουμε 
είχε όμως ήδη ανέβει σ' ένα διπλό 
για να του δείξουν πώς· δεν κατέβαινε με τίποτε 
δεν είχα παρά να του μιλήσω

πήγαμε έτσι δεκατρία χρόνια στο κουπί
και τις πρωτιές μας είχαμε 
και τις εθνικές μας 
οι ποικιλοτρόπως και πολλαπλώς ενισχυμένοι πρώτοι 
πάντα ένοιωθαν την ανάσα μας πίσω τους
και πότε πότε βλέπανε την πλάτη μας 
ξέραν πως είχαμε ό,τι δεν είχαν

δεκατρία χρόνια δεν ήταν κι άσχημα
χαλάλι

Ανάρτηση: 20/08/2016 - 17:30

ερέτες

μου λέει ο άλλος
οι ελεύθεροι ερέτες της Βενετιάς
πέθαναν στο Lepanto*

το ξέρω ρε
μοιάζω για χαζός;

τα μπράτσα το μυαλό ο έλεγχος
της δύναμης και της ισχύος
ο σχεδιασμός
είναι το φάντασμά τους
κοντά πέντε αιώνες που
κινεί τον στόλο
των Δον Ζουάν των Αυστριακών

και το ίσκιωμα του Θερβάντες

ελευθερία σκαλωμένη σ' αόρατα σκοινιά
χωρίς αυτά – πάπαλα οι Δον

___________________________
*Battle of Lepanto, 7 October 1571, Ναύπακτος

Ανάρτηση: 06/10/2016 - 22:31

Ρήγας

θα τον γεμίζουμε τον Θερμαϊκό
με κόκκινα καράβια
να κουβαλούν όλου του κόσμου τα καλά και την σαβούρα

για να διαλέγουμε και να μοιράζουμε και να μαζεύουμε
στις εύφορες κοιλάδες στα ψηλά βουνά από πίσω μας
έτσι άνευ ορίων και συνόρων
μέχρι τον Δούναβη κι ακόμα παραπέρα

δημοκρατία των ερετών
της θάλασσας των λιμνών των ποταμών

Ανάρτηση: 06/10/2016 - 22:41

Βόλος-Γιάννενα

Θα σκίσω την Ελλάδα μου στα δύο
απ’ την Ανατολή στη Δύση
σε νύχτα μία.

Απ’ των Κενταύρων τους κολπίσκους
της σταχτιάς πέτρας και της άγριας θάλασσας,
απόγευμα άνοιξης μουντής και κρύας,
μιας πασχαλιάς που όλο με ξεγελάει και δεν έρχεται,
στην αγωνία πάνω καβαλώντας
της άγουρής μου εφηβείας των σαράντα χρόνων,
στα Γιάννενα θα βρεθώ αγόρι μου,
της λίμνης των άδολων κωπηλατών.

Τον περιδέσμιο αυχένα σου για ν’ αγκαλιάσω.

Ανάρτηση: 08/10/2016 - 00:26

Έφηβοι κωπηλάτες ΙΙ

Έναν βαθύ έχω φόβο, πρωτόγονο,
για τη μεγαλοσύνη της θάλασσας,
το άπατο του βυθού της
και των κυμάτων της την αγριάδα.
Δε θα μπορέσω θαρρώ ποτέ
φίλη μου να την έχω
και χαίρομαί σας,
ω έφηβοι κωπηλάτες ανεπιτήδευτοι
επάνω στης λεπτής σας βάρκας την γραμμή,
στους αφρούς των κουπιών σας ανάμεσα,
στο πλάι της σκιάς της ανεμίζουσας κόμης σας.

Ξέρω όμως, πως μόνον αυτοί
που φόβους άφησαν τέτοιους
παλεύοντας φάσματα και μύθον
φτάσαν νωρίς απέναντι
με στήθος γεμάτο χαρά ανέμου.
Κι αφού δε βρήκαν στην διαδρομή άλλο τίποτε
παρά νερό, φως, βράχια κι αέρα,
αυτοί ίσως πρώτοι και να σήκωσαν
στον ήλιο το κεφάλι κόντρα
-ως εσείς, καλή σας η ώρα,
κάθε πρωί τον περιπαίζετε
ξεφεύγοντας την σκιά του Χορτιάτη.

Τότε θα είπαν τον δοξαστικό
της φύσης των πραγμάτων
κι ύστερα στιχάκια σκωπτικά
για μας τους άλλους, τους φτωχούς
και τους θεούς μας που δε βρήκαν στο ταξίδι.

Ανάρτηση: 08/10/2016 - 09:26

αν ο κόλπος εγαλήνευε

και καθ' εκάστην 
αν ο κόλπος εγαλήνευε  
περί την εβδόμην εσπερινήν
διήρχοντο οι δημοκρατικοί κωπηλάτες  
προ της εκκλησίας του Δήμου 
επί τετρακώπων ή δικώπων
διπλών ή τετραπλών 

καθημαγμένοι οι πολίτες που περιδιάβαιναν
ασκόπως την παραλία σαν νευρόσπαστα 
τους αγνοούσαν παντελώς 

οι άρχοντες από ψηλά αδιαφορούσαν

οι κάργες μόνον από πιο ψηλά 
τους καλησπέριζαν
  
κι ο φωτογράφος αντοχής από πολύ μακριά 
επί οπλισμένου αυτός σκυροδέματος 

 

Ανάρτηση: 25/11/2016 - 19:30

το τυχαίο κι η ευταξία

όταν έχει μπουνάτσα το πρωί
τα πλοία με μιαν άγκυρα δεμένα
μένουν όπως τ' αφήνει ο καπετάνιος τους 
συνομιλούν ακίνητα 
και σε τυχαίους προσανατολισμούς 

στο μεσημέρι γύρω 
βγαίνει πάντα ένα αεράκι ελαφρύ και βόρειο
τότε όλα μάτια μου παραλληλίζονται

ξέρουν οι κωπηλάτες του Ομίλου απ' αυτά 
μαζεύονται από νωρίς να φυλαχτούν 
καραδοκούν οι ιστιοπλόοι ν' ανοιχτούν 

Ανάρτηση: 11/05/2017 - 07:39

το δίλημμα του ανέμου και της κώπης

το δίλημμα λοιπόν του πιο μικρού ερέτη
εμπρός στην ελαφρότητα των ιστίων 

όχι μικρέ μου 
όχι 
μην σε γελάσει ο ρουφιάνος ο αίολος

κάλλιο γραφίδα από παλιό κουπί 
παρά από σπασμένο κατάρτι
δεν ξέρει ιδρώτας τι θα πει

Ανάρτηση: 23/03/2018 - 08:15

όλα φαίνονται

διπλό των κορασίδων κόκκινο

και πού το βλέπεις

το βλέπω· όλα τα βλέπω ...
από εδώ επάνω που μ’ έλαχε
όλα φαίνονται 
άστους αυτούς 
να μην μπορούν να δουν ούτε το χιόνι 
ούτε τ' αποδημητικά επάνω τους
να χάνονται στην υγρασία της επιφανείας 
να ψάχνουν το άνοιγμα της διαφυγής
υγρών και αερίων υπολειμμάτων 
αγρίων και πολεμικών πολιτισμών ...
στοχαστικά 
θέλουν δεν θέλουν 
για την δημοκρατία της θάλασσας τραβάνε
εκείνη με την γραφίδα απ’ το ξύλινο κουπί 

 

Ανάρτηση: 06/04/2018 - 12:35

αδιαφορούσε

αδιαφορούσε αυτός· παρέμενε ένας κωπηλάτης 
μικρός για την δημοκρατία της θάλασσας 
ανάμεσα σε τόσους αλαζόνες ολιγαρχικούς 
με του ιστίου τους την ευκολία 
και της καρίνας τους την βεβαιότητα

Ανάρτηση: 30/04/2018 - 19:53

ιστορίες του ανέμου και της ισχύος

τι να τα κάνουμε του λέγαν τα κουπιά 
θα μας πηγαίνει ο άνεμος 

λόγια του ανέμου έλεγε 
άντεξε μέχρι το Λεπάντο 
μετά όλα γίναν του ανέμου 

γύρισε ύστερα από τρεις αιώνες 
ήταν κι αυτός αερικό πια 
τον φώναζαν ατμό και στροβιλίζονταν 
σε σωληνώσεις μέσα 
σε κύλινδρους σε καζάνια 
μα έδερνε την θάλασσα όπως ήξερε 
γλυκά σαν με κουπί

Ανάρτηση: 05/05/2018 - 10:45

Dilong* Spirit

έφυγε διακριτικά κι αθόρυβα ο δράκοντας 
δεν άφησε πίσω του ούτε αντιμάμαλο
έβλεπε φαίνεται πως αγωνίζονταν απέναντι
οι πιο μικροί μας κωπηλάτες

εικοσιπέντε χρόνια τώρα 
δεν είδα καπετάνιο πιο ευγενή
ν' αφήνει αυτό το δύστυχο λιμάνι 

*Dilong ~ earth dragon (Chinese mythology)

Ανάρτηση: 29/05/2018 - 00:06