Α ρε Θερμαϊκέ μου,
πώς και λιμνάζεις ήσυχος τόσα χρόνια
και δεν αγριεύεις να τους καταπιείς,
πώς τους αφήνεις έτσι να σε πιλατεύουν!
Είναι αλήθεια πως κάποιες νύχτες
είδα το θυμό σου να ξεσπάει
με κύματα άγρια που φτάναν
ως τ’ άθλια παρκάκια της προκυμαίας σου.
Αλλ’ ήταν μεσάνυχτα βαθιά,
οι αγαθοί προστάτες σου οι κωπηλάτες
είχαν μαζέψει βαρκάκια και κουπιά από νωρίς.
Κανείς δε σ’ έβλεπε
ούτ’ υποψιαζόταν,
εκτός ίσως καναδυό
νυχτερινοί διαβάτες, ύποπτοι.
Οι άλλοι το πρωί, όσοι δηλαδή
είδαν βρεγμένες τις ορθογώνιες πλάκες της νέας παραλίας,
αναρωτήθηκαν αν είχε πολύ κύμα χτες βράδυ
ή μήπως έβρεξε;