Έναν βαθύ έχω φόβο, πρωτόγονο,
για τη μεγαλοσύνη της θάλασσας,
το άπατο του βυθού της
και των κυμάτων της την αγριάδα.
Δε θα μπορέσω θαρρώ ποτέ
φίλη μου να την έχω
και χαίρομαί σας,
ω έφηβοι κωπηλάτες ανεπιτήδευτοι
επάνω στης λεπτής σας βάρκας την γραμμή,
στους αφρούς των κουπιών σας ανάμεσα,
στο πλάι της σκιάς της ανεμίζουσας κόμης σας.
Ξέρω όμως, πως μόνον αυτοί
που φόβους άφησαν τέτοιους
παλεύοντας φάσματα και μύθον
φτάσαν νωρίς απέναντι
με στήθος γεμάτο χαρά ανέμου.
Κι αφού δε βρήκαν στην διαδρομή άλλο τίποτε
παρά νερό, φως, βράχια κι αέρα,
αυτοί ίσως πρώτοι και να σήκωσαν
στον ήλιο το κεφάλι κόντρα
-ως εσείς, καλή σας η ώρα,
κάθε πρωί τον περιπαίζετε
ξεφεύγοντας την σκιά του Χορτιάτη.
Τότε θα είπαν τον δοξαστικό
της φύσης των πραγμάτων
κι ύστερα στιχάκια σκωπτικά
για μας τους άλλους, τους φτωχούς
και τους θεούς μας που δε βρήκαν στο ταξίδι.
