Αναξιμάνδρου κι Αναξιμένους
όλα είναι εδώ
πάντα και φύρδην μίγδην
στο πλάι του κήπου του Καλού
στο ρέμα από τότε
Είστε εδώ
στιχηρά
ο κήπος του Καλού
Η λεύκα
Δέκα μαντράχαλοι,
γύρω από μια λεύκα
μαζεύτηκαν πρωί χειμώνα με Βαρδάρη.
Κι ένας μαλάκας μ’ αλυσσοπρίονο
κόβει κλαδί-κλαδί απ’ τα χαμηλά
την ομορφιά της ξεραμένη.
Τη λεύκα αυτήν την ξέρω,
είκοσι δύο χρόνια τώρα,
μεγάλωνα μαζί της.
Κολλήσαμε φαίνεται
στου ίδιου τόπου την κόκκινη λάσπη,
στην ίδια ιδέα
στην ίδια αναίτια προσμονή.
Τώρα μόνον διαπιστώνω
πόσο σπουδαία σχέση είχαμε.
Κάθε που την έβλεπα μπροστά μου
μια σκέψη φευγαλέα
μου γαργαλούσε το μυαλό:
“Τι δέντρο όμορφο, Θεέ μου!”
Γεια σου μπάρμπα Μενεξέ
Μ’ έλεγε ο γέρο-Μενεξές
κατάλευκος και παλαιός των εξοριών:
«είνι σα να σι κάψανι του σπίτ’ σ’
κι ισί να ψάχνς στις στάχτις κάνα ξύλου,
τίπουτις άχυρα κι πέτρες,
να του ξαναστήεις»
Έτρεχα απ’ την Ζηλιάχοβα ως και το Ροδολίβος
κι από την Ηλιοκώμη στην Αμφίπολη
να συμμαζεύω τα καμένα.
Κάτι έγινε·
όταν όλος ο κόσμος βούλιαζε,
εδώ έμειναν κάτι βάρκες
του βάλτου μπλάβες
στον Αχινό και στο Δοξόμπους
να πιαστείς.
Ποιος να το καταλάβει, πώς
αν δεν βραχτεί ...
Την ευτυχία του ευθυμείν θα την κρατήσω
(Πράξ. 27:22)
Όχι θε μου,
δε θα σου πω
πόσο ευτυχισμένος είμαι,
δε θα σου πω ευχαριστώ.
Φοβάμαι.
Φοβάμαι την ζήλια σου
ή την σκληρή σου κρίση.
Θα σου το κρύψω.
Θα πω πως είμαι δυστυχής,
θα λέω πως πονάω.
Είσαι ικανός ακόμη και να μου το πάρεις.
26 πρόσφυγες στη Σάμο
"δέκα άνδρες
έξι γυναίκες
πέντε κορίτσια
και πέντε αγόρια"
θα μπορούσε να είναι η βόλτα
στην Μεραρχία στα Σέρρας του '50
μπαμπά
όταν σου κρατούσα το χέρι μη χαθώ
δεν είναι μπαμπά
ελαφρά κοινωνιολογική προσέγγισις του ιερού χρέους
δανείζονταν εκείνοι εξ απ’ ανέκαθεν
και πλήρωνες από πάντα εσύ
κόβαν την γλίσχρα αντιμισθία σου
ψίχουλα πάντα έμεναν να συντηρείσαι
συμπλήρωνες με δανεικά του τοκογλύφου
σπίτι παιδιά σπουδές· μα τα κατάφερνες
λιτός αδύνατος και ανθεκτικός ως ήσουν
έλεγες
στα ίσα θα τα φέρω ως το τέλος της ζωής
όταν τους ήρθε το αυγό στον κώλο
δανείστηκαν με την μία όσα
δεν είχαν δανειστεί είκοσι χρόνια πριν
στα φόρτωσαν να τα πληρώνεις εσαεί
στην μέση κόβοντας και τα ψιχία σου
αρπάζουν τώρα ως
και το δικό σου χρέος· στον τοκογλύφο
να το πουλήσουν σε μαφιόζους
και συ κάθεσαι και τους κοιτάς σαν χάνος
προσμένεις χορτάτοι και μειράκια να σε σώσουν
έτοιμος είσαι άστεγος ή φασίστας
χέζεσαι πάνω σου στην λέξη ‘αγωνιστής’
ας είναι· η ιστορία έχει και γι’ αυτό
Ευθύμης
Δε μου φτάνει να σ’ αγαπώ σαν γιο μου.
Θά ’θελα νά ’μουνα γυναίκα,
μόνο για μια στιγμή.
Να σ’ αγαπήσω σαν μάνα, αδελφή, αγαπημένη, κόρη.
Τις ζηλεύω.
Όλες.
Σελίδες
- « πρώτη
- ‹ προηγούμενη
- …
- 58
- 59
- 60
- 61
- 62
- …
- επόμενη ›
- τελευταία »


