κοιτάξτε κουφιοκέφαλοι
να γράψετε καλά την έκθεσή σας
δείξτε την και σε κάναν παλιό που ξέρει
ανθ-υπο-δόση είναι αυτή
μη σας γυρίσουν πάλι πίσω
κοιτάξτε κουφιοκέφαλοι
να γράψετε καλά την έκθεσή σας
δείξτε την και σε κάναν παλιό που ξέρει
ανθ-υπο-δόση είναι αυτή
μη σας γυρίσουν πάλι πίσω
να ταξιδεύεις μάτια μου
με τραίνα αυτοκίνητα πλοία κι αεροπλάνα
πάνω και κάτω από τον Βόρειο πολικό
ανάμεσα στον Σκαγεράκη και τον Κατεγάτη
στην Βαλτική και στον Βοθνιακό κόλπο
κι εγώ να ξαγρυπνώ
στην Σαλονίκη στην Αστρίδα
να ταξιδεύεις
να αγαπάς
τα παιδιά και τα παιχνίδια τους
τα πράματα των ανθρώπων
τις μορφές τις επιφάνειες
τα βάθη της καρδιάς
τα θεωρήματά της
γι’ αυτό σ’ ανάστησα
κι ας μην το ήξερα

χτυπιούνται ζαλισμένοι σε νούμερα ζούφια
σε ποσοστά ευτέλειας
νομίζουν ότι κάνουν πολιτική
πως πολιτικά μιλούν και ζουν πολιτικά
πως τούτα τάχατες είναι η υψηλή τους επιστήμη
και είναι νέοι άνθρωποι
οι πιο πολλοί παραμορφωμένοι
υπερειδικευμένοι
over-qualified
ποιο ακαδημαϊκό γυφτολόι
ποια σχολή ποιο κέντρο τους εσπούδασε
πώς το κεφάλι τους να σκύβουν στον από πάνω
πώς να μισούν τον από κάτω και τον διπλανό
στην εποχή της πιο ανοιχτής δημοκρατίας
στις πιο καλές στιγμές της χώρα τους
τόσοι σαλεμένοι
τόσοι φλώροι
τόσες κανάρες
πες κάτι αριστερό φώναζε ο Μορέττι τον Απρίλη
το πρώτο βράδυ απόψε που βάζεις μακρυμάνικο πουκάμισο
έτσι υποδέχεσαι το πραγματικό φθινόπωρο
όχι πως έπιασε και κανένα κρύο σφιχτό
απλά νιώθεις πιο άνετα
πανσέληνος
μια βόλτα ως το 24 hours μίνι μάρκετ
έκλεισαν κιόλας επτά χρόνια
από τότε που σε ρώτησαν ποιος να σε κυβερνά στην κρίση τους
οι Βένετοι ή οι Πράσινοι
κι ύστερα σου ρημάξαν την ζωή αμέτρητοι πολύχρωμοι
μεγαλομανείς και φαντασιόπληκτοι όλοι προσκυνημένοι
ας είναι τελευταίος τους ο χειμώνας που έρχεται
αφού πια τους δοκίμασες
όλους στην πλάτη σου και χαΐρι δεν είδες
καιρός να σκεφτείς την κατάντια σου
και να πιστέψεις στον εαυτό σου
Ήρθε ένας τεθλιμμένος άγγελος
με το κεφάλι του γερμένο αριστερά
πρωί-πρωί στον κήπο μου.
Με τις λευκές φτερούγες του ανοιχτές
αγκάλιασε τη βρύση μου
κι από το στέρνο του ανάβλυσε νερό.
Είχε την πλάτη στο βορρά,
κοίταζε προς τον Άθωνα.
Δεν έχω ανάγκη από μηνύματα, του είπα,
τα πιο πολλά τα ξέρω
και το τυχαίο έμαθα να καρτερώ.
Τότε έκλαψε κι έφυγε.
«Tι κάνουν Μάστρο-Μπάμπη μου,
τρεις άσπρες πέτρες, μάρμαρο
θαλασσινό αρχαίο απ’ το Καλάμι,
σταχτί τσιμέντο και δυο μέτρα σωλήνας πλαστικός;»
«Κυρίου Άγγελο, κυρ Χρήστο μ’»
απάντησε ο άδολος των ονείρων μου μάστορας.
και τι έγινε άφρονες με την διαύγειά σας
ανοίξατε ένα λιβάδι απέραντο να βόσκουν
μισότρελα ζόμπι ψάχνοντας σκάνδαλα
κρυφή φιλοδοξία του ποιήματος είναι
να γίνει τραγούδι στο στήθος του ποιητή
ελάχιστες φορές τα καταφέρνει
γι αυτό και δεν τ' ομολογεί
τελεία και παύλα
Έναν βαθύ έχω φόβο, πρωτόγονο,
για τη μεγαλοσύνη της θάλασσας,
το άπατο του βυθού της
και των κυμάτων της την αγριάδα.
Δε θα μπορέσω θαρρώ ποτέ
φίλη μου να την έχω
και χαίρομαί σας,
ω έφηβοι κωπηλάτες ανεπιτήδευτοι
επάνω στης λεπτής σας βάρκας την γραμμή,
στους αφρούς των κουπιών σας ανάμεσα,
στο πλάι της σκιάς της ανεμίζουσας κόμης σας.
Ξέρω όμως, πως μόνον αυτοί
που φόβους άφησαν τέτοιους
παλεύοντας φάσματα και μύθον
φτάσαν νωρίς απέναντι
με στήθος γεμάτο χαρά ανέμου.
Κι αφού δε βρήκαν στην διαδρομή άλλο τίποτε
παρά νερό, φως, βράχια κι αέρα,
αυτοί ίσως πρώτοι και να σήκωσαν
στον ήλιο το κεφάλι κόντρα
-ως εσείς, καλή σας η ώρα,
κάθε πρωί τον περιπαίζετε
ξεφεύγοντας την σκιά του Χορτιάτη.
Τότε θα είπαν τον δοξαστικό
της φύσης των πραγμάτων
κι ύστερα στιχάκια σκωπτικά
για μας τους άλλους, τους φτωχούς
και τους θεούς μας που δε βρήκαν στο ταξίδι.