εγώ θα μείνω είπα
να μη σε απελπίζω και τελείως όπως ο ποιητής
αλλά να· κάποιος πρέπει να μένει
για να σε βλέπει έστω να φεύγεις
και ίσως και να σε περιμένει
__________
*http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=6&cat=1
εγώ θα μείνω είπα
να μη σε απελπίζω και τελείως όπως ο ποιητής
αλλά να· κάποιος πρέπει να μένει
για να σε βλέπει έστω να φεύγεις
και ίσως και να σε περιμένει
__________
*http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=6&cat=1
ο κόσμος είτε μέσα εδώ
είτε έξω από εδώ
είναι ο ίδιος
δεν γίνεται χειρότερος
από την μια στιγμή στην άλλη
με ένα σκατοΑpp
θα περάσουν πολλά πολλά χρόνια
για να τον δεις ν’ αλλάζει
και τηλέγραφο είδαμε
και τηλέφωνο είδαμε
και ραδιόφωνο είδαμε
και τηλεόραση είδαμε
και κάπως έτσι πέρασαν
κοντά διακόσια χρόνια ...
Απογοητεύτηκα απ' την πρωινή επίσκεψη
στο βιβλιοπωλείο του Κ.
Το περιοδικόν ποιήσεως
που ζήτησα την περασμένη εβδομάδα
δεν ήταν διαθέσιμο.
Κι ο ίδιος ο συμπαθής βιβλιοπώλης
δε γνωρίζει αν εξαντλήθηκε ή όχι,
αφού ο εκδότης απάντηση δεν έδωσε καμία.
Ας είναι,
θα επανέλθω την επόμενη βδομάδα.
Το πρόβλημα είναι φυσικά
πώς κάνουμε τόσες μέρες χωρίς ποίηση
και με στενοχωρεί.
Όχι πως μ’ εντυπωσιάζουν
οι απίθανοι ακροβατισμοί των άλλων κι οι ξιπασιές τους,
αλλά να,
το να τους ακουμπάς, κάτι είναι.
Πώς θ' άντεχες αλλιώς τόσον καιρό,
αναμεσίς τόσων τυχαίων αριθμών
και διαδικασιών στοχαστικών που σε τυλίγουν.
Περικυκλωμένος από τόσα μηνύματα
που δεν αποκωδικοποιούνται,
προσπάθειες τόσες που δεν τελεσφορούν.
Εν πάσει περιπτώσει,
ίσως ως τότε γράψουμε και κάνα δυο στίχους δικούς μας.
ζαλισμένος κόσμος
περπατούν σαν χαμένοι και μιλούν μοναχοί τους
πέφτουν σε τοίχους πόρτες δέντρα φράχτες αυτοκίνητα
δεν ξέρουν πού να πάνε πού ν' ακουμπήσουν
απ’ τα σχολεία τους ακόμα χαμένα τα σημεία αναφοράς
σβησμένα τα σημεία του ορίζοντα
όσο για το μετά στην ενήλικη ζωή τους
ποιος πολιτισμός και ποια γνώση
τριάντα πέντε χρόνια Ευρώπη
ένωση αθρακοχάλυβα και πυριτίου· τίποτε άλλο
τυχάρπαστοι μισότρελοι προφήτες
σωτήρες σιδερόφρακτοι και ρασοφόροι βγαίνουν παγανιά
σε λεωφόρους και σοκάκια της πληροφορίας
τους ακολουθούν πιστοί κι άβουλοι
αφήνουν τον έναν πηγαίνουν στον άλλον
ατέλειωτοι είναι όσο κι η απελπισία
καιρός λοιπόν
που τον μετράει η ιστορία κι όχι τα μέτρα σας
για το θηρίο
το έχουν έτοιμο στην κατάψυξη στη Σπιτσβέργη
ή για την θεία μαία
ψάξτε να βρείτε αδέξιοι το υποκείμενό της που σας έπεσε
ξεροχέρηδες μπροστά σας είναι
δεν το βλέπετε να σπαρταράει
την γκαβωμάρα σας μέσα
Γραμμές στη γη επάνω χαραγμένες
αιώνες τώρα.
Γραμμές που δεν τις σταματούν
σπίτια, δέντρα, άνθρωποι.
Όλα τα ανεβαίνουν, όλα τα καβαλούν.
Χαράζουν τοίχους,
κορμούς,
φύλλα,
πρόσωπα.
Περνούν στα φρύδια σου ανάμεσα.
Και συ καμώνεσαι
ότι τίποτα δεν ξέρεις,
τίποτα δεν είδες.
Τόσων λογιών χώματα!
Τόσα χρώματα αλλιώτικα!
Μία παλιά πληγή έχω στην πλάτη μου.
Σκαλώνει η τιράντα της φανέλας μου επάνω της.
Βέλος που ρίχτηκε σ’ ενέδρα άνανδρη
από τοξότη απελπισμένο, στον αέρα,
βολή στου καραγκιόζ’ το γάμο·
γιατί μπόρεσα κι έφυγα
τρέχοντας σα τρελός.
και πώς βρέθηκες έτσι πρόσφυγας
στον βόρειο πολικό κοντά· εις την υστάτην Θούλη
με μία πλαστική σακούλα σούπερ-μάρκετ
στο χέρι όλο σου το βιός
δυστυχισμένε νότιε κοκκινοτρίχη
ξεκίνησα χθες απόγευμα μ’ ένα βαρκάκι κόκκινο
να πάω απέναντι για μύδια στην Χαλάστρα
αλλά με βρήκε η χιονοθύελλα Αριάδνη
και σαν να μην έφτανε ο κακός καιρός κι η θαλασσοταραχή
να σου την πέφτουνε στο τέλος από πάνω κι οι σειρήνες
μα τι να καταλάβει από σειρήνες βόρειες
αυτός ο νότιος ξεροκέφαλος αγαθοψώλης
είχε στο πλάι την γυναίκα του