Σ' ευχαριστώ που μ' αξίωσες θάνατο στιγμιαίον,
ανώδυνον, ανεπαίσθητον, ανεπαίσχυντον, ειρηνικόν
και μόλις πριν την καλήν μου απολογίαν ενώπιόν Σου
και επί του φοβερού Σου βήματος
μού 'δειξες την πόρτα της επιστροφής.
Στο δρόμο προς τα πίσω είδα από μακριά
δυο φίλους μου αγαπημένους,
τον Σταύρο και τον Παντελή, να έρχονται προς Σε.
Ούρλιαζα χαιρετώντας τους για νά γυρίσουμε παρέα.
Μα η φωνή μου δεν ακούγονταν στ' απόλυτο κενό.
Έτσι είμαι εδώ τώρα να ξαναμεγαλώνω, βρέφος, απ' την αρχή,
με νέα μάνα, νέο πατέρα,
σε κόσμο νέο φριχτό κι άσχημο...
Θα τα καταφέρω.
Σ' ευχαριστώ.