όπου αν της ξεφύγει λίγο η εσθήτα της
μια φλέβα κάτασπρο μάρμαρο
ή ατόφιο κόκκινο μέταλλο προβάλλει
αυτά λιμπίστηκαν οι Πάριοι τότε
και η παρέα των πειρατών του Αρχίλοχου
ή του μπαμπά του του Τελεσικλή
και κόλλησαν εδώ για πάντα ...
ξεκίνα γλυκό μου απ' την παράγκα
σας τριγυρίζουν
αστραφτερά αυτοκίνητα του θανάτου
εξαίσια άδεια σπίτια της μοναξιάς και της κατάθλιψης
του αέρος του κρεβατιού και του προγεύματος
του ενοικίου δηλαδή και της γαιοπροσόδου
της αστικής ηλιθιότητας
του ιδίου
αυτός ο κόσμος μισεί τα παιδιά του
ξεκίνα γλυκό μου απ' την παράγκα
θ' αντέξεις
αντέχεις
πρωί· πολλά ήταν τα σπίτια σαν αυτό
όχι δε σού 'ρχονταν ως τους ώμους
μα σ' άφηναν να ανασάνεις φρέσκο αέρα
να δεις λίγο ουρανό να πεις μια καλημέρα
τώρα για να το δω στην μέση της Παπάφη
πηγαίνω στον ΟΤΕ απέναντι μία φορά τον μήνα
ποιος θα με πίστευε αν τού 'λεγα πως μόνον
για την χάρη του δεν πληρώνω ηλεκτρονικά
αλλά με μετρητά στο ταμείο τους λογαριασμούς



αδιαφορούσε για την μουσική
κι ας ήτανε στην οροφή της
ούτε τον ένοιαζε η ζωγραφική
κι ας στέκονταν στα πόδια της
τι να του πουν οι θηριώδεις
φαραωνικές κατασκευές
αυτά είναι τζάμπα ξοδεμένος πλούτος
κι ίδρωτας των καημένων
αυτός κοίταζε μόνον κατά την θάλασσα
την μόνη τέχνη που καταλάβαινε
κι εμελετούσε...

photo: Marios Dimaki Adolfsen / Oslo Opera House
στο πέτρινο λιμάνι του Δεδέαγατς
δίπλα στα τραίνα
στο πλάι των ερειπίων του βομβαρδισμένου μύλου
πώς να το βάλει το εξάχρονο μυαλό μου
είδα για πρώτη φορά θάλασσα
πώς να το φανταστώ
ότι τ' αλάτι της για πάντα θα με τύλιγε
και θα γινόμουν περιφερόμενη στήλη άλατος
στου Βόρειου Αιγαίου τις ακτές
για να κοιτάω στο Νότο
και νά 'χω στην πλάτη μου
προγόνους και Βυζάντια
όλο το βάρος και το βάθος της Ευρώπης
και την ιστορία της κόκκινη ν' αχνίζει ακόμη
ένα παιδάκι ήμουν
νήπιο απ΄ την βάλτα του Στρυμόνα
και το έλος της Κερκινίτιδας