Ωραίο σε κάναν ρε θείε στην τελετή.
Σαν τότε που ήσουν νέος με το ποδήλατο
απ’ την KΟΜΔΕ στην Ομόνοια
ως τον Άι Δημήτρη στο Ιμαρέτ.
Κι ύστερα στα μπαΐρια,
στ' αμπέλι με τις συκιές.
Ίδιος, λέγανε οι κοπέλες, ο Τάυρον Πάουερ.
θα σταματήσουν ένα πρωί οι υποτακτικοί
όταν θα τους ξυπνήσουν χαράματα οι κολαούζοι τους
μέρας ανοίξεως λαμπροτάτης
και δεν θα ξέρουν τι να κάνουν
θα κοιτάζονται αναμεταξύ τους
θα χτυπούν τα τηλέφωνα
θα ουρλιάζουν αγριεμένοι
πρέσβεις τραπεζίτες πράχτορες κι εποπτεύοντες
επικυρίαρχοι όλων των νέων και παλαιών τύπων
κι αυτοί θα απαντούνε μόνο
δεν γίνεται τελείωσε
είναι όλοι νεκροί
δεν κινείται τίποτε
φωτογραφία: η Εθνική Τράπεζα στις Σέρρες τα χρόνια της κατοχής
πηγή: Τα Σέρρας
https://www.facebook.com/taserras/
https://www.facebook.com/taserras/photos/a.10153078801637085.1073741825....
Τώρα σχεδόν όλη η σαπίλα έφυγε.
Τι βασιλιάδες, τι αυλές,
τι θάματα και πράματα αριστοκρατικά,
τι τζάκια, τι αρχοντολόγια.
Μα έλα που συχνά-πυκνά ακούς
κάτι άλλα ονόματα,
δικά μας θά ’λεγαν πολλοί,
κάτι σαλόνια, δεξιώσεις,
πρεμιέρες και λοιπά.
Άντε λοιπόν, άντε μη μένουμε
στο νέο αιώνα χωρίς δουλειά.
αγαπητέ μου φίλε Χ
δεν θέλω αντίμετρα
τι να τα κάνω τα αντίμετρα και τις ελεημοσύνες
τον μισθό μου θέλω πίσω
την ζωή μου θέλω πίσω
την περηφάνια μου
αύριο σε περιμένω στις απεργιακές συγκεντρώσεις
αυτό σου πρέπει
...
αν θέλετε το πιστεύετε
έγινε υπουργός
και μη μου κάνεις ψευταράκο εμένα την Πιερίδα
κι ότι πετάς επάνω τάχατες από το ρυμουλκό
και πως την άνοιξη έχεις πάει απέναντι
από προβολική και παραστατική γνωρίζω
τις αποστάσεις μια χαρά μπορώ να εκτιμώ
πιο εδώ κι από τον πύργο είσαι
διακόσια μέτρα το πολύ
ας κάνουνε καλά οι καθώς πρέπει φίλοι μου
που εφτά χρόνια ολόκληρα στέλνουν πρεσβείες απέναντι
δώρα και χώματα αγιασμένα και ύδατα ιερά
εγώ όταν έπρεπε δεν διάβαζα μονάχα
γυρνούσα νύχτες στα κιορ σοκάκια της πολιτείας
τα πρωινά στις πλατείες της με τις λαϊκές
και στους μπαξέδες γύρω της τα απογεύματα
στο δέρμα μου για να μαθαίνω
τώρα στην αγορά αράζω τα μεσημέρια
και τους περιγελώ όπως ξύνονται ανήσυχοι
δαγκάνει το φιδάκι ο Διαμαντής
δαγκάνει ε
και που να δείτε όταν τρώει
από μπαμπά και μάνα αρχινάει
αστόχαστοι
καμιάν ευχή θα πάρετε όλην κι όλη
δεν έχει παραπάνω
από τέτοιους για τέτοιους
σα να μην είχατε ρε μαλάκες τον ποιητή
"εάν η χρεία τες κουρταλή"
τον καιρό της υποταγής
κρατούσε κοντά τριάντα χρόνια
όταν πια δεν είχαν απέναντι εξεγερμένους
να τους θερίζουν με τα πολυβόλα τους
μαζέψανε πολλές χιλιάδες ανοήτους κι απελπισμένους
απ’ τις δικές τους χώρες υποταγμένους
και από άλλα μέρη οπού δεν είχανε στον ήλιο μοίρα
αθώα παιδιά οι περισσότεροι
τους τάισαν τους πότισαν τους έντυσαν
νύχτα τους πέρασαν παράνομα μέσα από δεκάδες χώρες
ανώνυμα αεροδρόμια και δρόμους αχαρτογράφητους
ταξίδια και διαδρομές που μόνο οι άνθρωποι της νύχτας ξέρουν
τους έστειλαν στις ερήμους και τις πόλεις
του γενναίου Σελεύκου του Νικάτωρος
μετά τους κάνανε στόχους ζωντανούς
απόγευμα Παρασκευής συνάντηση στο κτίριο δέλτα
εκείνη η αδιόρατη σταγόνα
στην άκρη του ράμφους σου γιαβρί μου
είναι η δικαίωση σαράντα και τεσσάρων χρόνων εγκλεισμού
στο αρμέ μπετόν και στο γυαλί με το αλουμίνιο
αυτού του ευαγούς Ιδρύματος
κτίριον δέλτα
είναι κακάσχημο
βάναυσα κακοποιημένο
ρημαγμένο
εννιά όροφοι σίδερο και μπετόν χωρίς βαφή
του κερατά ύστερος brutalismus και του άρπα κόλα
πού εκείνη η χάρις του Καραντινού
το καλοκαίρι βράζει και τον χειμώνα μπάζει από παντού
τριάκοντα και επτά έτη συντηρήσεως των ελαχίστων
το αγαπώ όμως
και είναι το σπίτι μου
τριάντα δύο χρόνια στον έκτο του όροφο γωνία μονάζω
Από το στήθος της τον διώξαμε.
Τον κυνηγήσαμε στους λεμφαδένες.
Εκεί όμως μας ξέφυγε κρυφά ο άθλιος.
Είχε πηδήξει στην τραχεία.
Έτσι σηκώσαμε τα χέρια περιμένοντας.
Έκλαιγα καθώς σ’ εικόνες μύριες περπατούσα
κι εκείνη αδυνάτιζε βαδίζοντας όλο φόβο
προς το τίποτα.
Τότε ήρθε ένας φίλος καλός
χαμένος εικοσιπέντε χρόνια
στην άλλη πλευρά της πόλης.
Απ’ αυτούς που θυμόμαστε πολύ συχνά,
χωρίς όνομα, χωρίς πρόσωπο
σαν αίσθηση μόνο, σα βεβαιότητα.
Με γέμισε χαρά. Υπήρχε.
Κι o μπάρμπα Τηλέμαχος το ίδιο απόγευμα
με την ευγενική φωνή του στο τηλέφωνο
με ειδοποίησε πως του αρέσαν τα γραπτά μου.
Ας είναι όλοι τους καλά.
Εκείνη δεν διάβασε ποτέ
ούτε έναν μου στίχο.