Νήπιος ο λόγος στην κοινότητα.
Όχι αυτός που θα χαιρόσουν,
μιας παρατεταμένης σκόπιμα φύσης παιδικής.
Αυτός που σε τρομάζει μπρος στο κακό που έρχεται
και δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να το σταματήσει.
Νήπιος ο λόγος στην κοινότητα.
Όχι αυτός που θα χαιρόσουν,
μιας παρατεταμένης σκόπιμα φύσης παιδικής.
Αυτός που σε τρομάζει μπρος στο κακό που έρχεται
και δεν μπορεί να κάνει τίποτε για να το σταματήσει.
Ο ποιητής έσβησε το φως
καθώς η διαδήλωση περνούσε
μπρος απ’ το σπίτι του.
Μπήκε-βγήκε· λέει.
Πέρασε απ' έξω, άνοιξε την πόρτα, έγινε μέλος.
Είπε κάτι, του είπαν κάτι.
Kάτι αρχές που κουβαλούσε -λέει- του χάλασαν, παραιτήθηκε, πήγε αλλού.
Τι είναι ρε η πολιτική ένταξη;
Μπουρδελότσαρκα;
Έβαλε η γιαγιά σου στο κάτασπρο καμποτένιο σου βρακί
δυο προκηρύξεις άσπρες-μαύρες του πολύγραφου,
κάτι μελάνια που δεν στέγνωναν ποτέ,
να τις πας στου γέρο-Μίσσα, στου κυρ-Πέτρου,
κατακαλόκαιρο του ’61.
Τις πήγες και τις κουβαλάς ακόμα.
Μελάνιασαν τ’ αρχίδια σου πενήντα μαύρους χρόνους.
Α, ρε Θεσσαλονίκη μου,
γυναίκα πόρνη,
γεννάς κάθε πρωί αστόχαστα
τους βιαστές σου.
Αρσενικούς και θηλυκούς.
Ένα καρύδι επιπλέον, ένα τσόφλι.
Αυτός, ένα σκυφτό γερόντιο, θρύψαλο,
μ’ ένα σκυλί ψωριάρικο στην πλώρη του.
Ανάμεσα στην ισχυρότατη πλειοψηφία κότερων και γιοτ
μοιάζει παραφωνία η επιστροφή του
στη ταπεινή, δια τους φτωχούς,
γωνιά της εύτακτης μαρίνας.
Θάλασσα μ’ όλα της τα επιπλέοντα σκουπίδια,
άνεμος μ’ όλους τους ρυπογόνους του παράγοντες,
δε λένε ακόμη να πεθάνουν,
όλο και κάτι συμβαίνει,
τυχαία, απρόβλεπτα και ξαφνικά
κι επιβεβαιώνεται πεισματικά
η αναιμική του τόπου αειφορία.
Τ’ αλάτι τα γλύφει όλα, τα καίει,
μπετόν και σίδερα λειώνουν.
Τα ντόκια χάνουν γρήγορα τη συνδετική τους ύλη-
-τι σόι τσιμέντο έβαλε ο άθλιος εργολάβος;-
ξύνει το πόδι του περιπατητή χαλίκια
κι άμα αγριεύει ο καιρός σκουπίζουν οι ψαράδες πέτρα.
Την κίτρινη σημαία, στο καμπαναριό πλάι τ’ Αϊ-Νικόλα,
την έκλεψαν οι φίλαθλοι του Άρη.
Και ο συνταξιούχος καπετάνιος απορεί
γιατί απέναντι έχτισαν
αυτό το άσχημο ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο
με κόκκινο τούβλο σαν καπνομάγαζο.
Πόσο πατρίδα μου σε αγαπώ,
πρωί-πρωί Παρασκευή Μεγάλη!
Ιδού εμείς μέτοικοι δύο
πρωί Παρασκευής Μεγάλης.
Εσύ, γκαζάς, παιδί της Σύρας,
συνταξιούχος καπετάνιος,
κι εγώ, ένας γνήσιος στεριανός,
υιός της Σίριος,
του αοράτου σήματος μηχανικός και του τυχαίου.
Στην άκρη τεχνητής προέκτασης κατεστραμμένης χώρας
με οικοδομές που κατεβαίνουν αλληλοκαταδιωκόμενες
και έτοιμες να καταλάβουν ως και της θάλασσας τον τόπο,
μεσίστιες υψώνουμε τις σημαίες μας,
ασπρογάλαζες και κιτρινόμαυρες.
Ο Χορτιάτης πλέον Κόλια κοιτάζει απορημένος
το τι εκπορεύεται από τα σωθικά του
γλείφοντας τις πληγές του
που όσο πάει και πλησιάζουν στην κορφή του,
εστεμμένη με το σημείο των πολεμικών καιρών.
Αναερόβια ζύμωση υγρών αποβλήτων ζωής εν αταξία
και επιπλέοντα έγχρωμα προφυλακτικά.
Πράξεις μαθηματικές
μεταξύ συναρτήσεων ασυνεχών
που κάθε τόσο κλίνουν επικίνδυνα στο πλην άπειρο.
Συγκρατημένο χαμόγελο και σοβαρότης
Έπαρση σημαίας.
Προσοχή!
Μα ποιος μας βλέπει, ποιος ακολουθεί;

θυμήθηκαν τα σκυλάκια μου
πως είχαν παππού λύκο
κι αρχίσανε να κλαίνε στο μπαλκόνι μου
χαράματα Μεγάλης Τρίτης
με την πανσέληνο του αίματος