με ποιόνανε ήσασταν τότε ρε
και μετά
και ύστερα
και συνέχεια
κι εσείς κι οι αποθαμένοι σας
γαμώ την ρίζα σας μέσα
που όλνοι σας ομιλάτε
κι εμένα μού 'ρχεται να κλαίω
στα παιδικά μου
του Ευαγγελισμού ήταν
η Βαγγελίστρα στα Καμινίκια
το πανηγύρι στην πλατεία της
και μία της μικρούλα εικόνα
μαύρη σκοτεινή κι ασημοστόλιστη
που την φοβόμουν πάντα
αλλά την αγαπούσα
χωρίς να ξέρω το γιατί
μ' έπιανε μια αγγελομανία
κάθε Νοέμβρη των Ταξιαρχών
και του Ευαγγελισμού τον Μάρτη
μέχρι που άνοιξαν τα μάτια μου
κι είδα στο πλάι μου αγγέλους
έφτασα στα εξήντα μου λοιπόν να δω πώς γίνεται ακόμη
και γεννιούνται αγγελούδια στους αιώνες μου
κι έχει κι αγγελικές να τα θηλάζουν
να πεις δυο λόγια
να γελάσεις
να αυτοσαρκαστείς
και να σαρκάσεις
ως εκεί
δεν υπάρχει καμιά επιπλέον πολιτική στο ζήτημα
τα πρόσωπα είναι γελοία κι η ταχτική τους έγκλημα
ήταν μεγάλα τα προβλήματα
το μπόι τους ήταν μικρό
όσων εντίμων δηλαδή
Χορεύουν νύμφες ξέφρενα
πάνω απ’ τα κύματα
εν μέσω λευκού σπρέι ύδατος.
Πού βρέθηκε τόσο καθαρό,
λαμπρό και διαυγές,
ύστερα από τόσων χρόνων λύματα;
Το ηρωικό ρυμουλκό
παρασύρεται φλεγόμενο ακόμη,
από τους νότιους ανέμους
προς την πλευρά του Αξιού,
μακράν λιμένος,
ευτυχώς.
Συνοδεύεται από άλλα,
εν μέσω τόξων ύδατος της κατασβέσεως.
Δεν έχει νόημα κανένα η προσπάθεια.
Στον θάνατο και στην βαθεία καταβύθιση
οδηγείται.
Μα μένα ο θάνατος πρώτη φορά
δεν με συγκινεί.
Είναι η εικόνα που με μαγεύει.
Οι ενοχές ήρθαν την επομένη,
όταν τα γκρίζα σκάφη του λιμενικού
έψαχναν τους τέσσερις
κι’ έγιναν όλα
σαν το ατύχημα της Αμφίπολης τριάντα χρόνια πριν.
____________________________________________
(23/11/98 ναυτεργατικό ατύχημα, Θεσσαλονίκη, τάνκερ “ΚΡΗΤΗ ΓΚΟΛΝΤΕΝ” και ρυμουλκό ασφαλείας «ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ”)
μετά το σημείο καμπής
έμπαινες πάντα σ' ένα τούνελ της συφοράς
ακολουθούσε μια απροσδόκητη δεξιά στροφή
και ύστερα κατέβαινες ως τον πάτο του μεγάλου ρέματος
Πυλαία
πρόσεχε εδώ χάνονται οι βλαμμένοι και παίρνουν μαζί αθώους
έλεγες μέσα σου κοντά είκοσι χρόνια
Μαλακοπή Πανόραμα Καλαμαριά
έτσι και με τα ψέματα
διδακτική κι απάτη στην απάτη ζήσαμε και μεγαλώσαμε παιδιά
και τις αγάπες μας δεν τις αφήσαμε
αυτά είναι μάγκες
κι ο κάθε ποντικός στην τρύπα του
φυτεύανε οι άνθρωποι τότε αμυγδαλεώνες
τέλη εβδομήντα αρχές ογδόντα
τους έπεισαν ότι ήταν η καλλιέργεια του μέλλοντος
τους βλέπεις τώρα ρημαδιά και σφίγγεται η ψυχή σου
πλάκα έχουν όμως κι οι καταπατητές
εδώ στον Λόφο την ίδια εποχή
περιέφραξαν το δάσος με κιτάπια ψεύτικα και σύρμα
φύτεψαν κι αυτοί αμυγδαλεώνες
και νά σου το μικρούλι θάμα κάθε άνοιξη
που ξέμεινε κρυμμένο σχεδόν μέσα στην πόλη
έφτασα ως τα όρια ξέπνοος
στην ανθισμένη αμυγδαλέα
στο πλάι της σκουριασμένης ιδιοκτησίας
πιο πέρα δεν πήγαινε
το δίστρατο το φύλαε ένας άγριος κέρβερος ...
από την άλλη σκέφτηκα
τι τις θες εσύ τώρα ξανά τις επιλογές
όταν ήταν να τις κάνεις τις έκανες
ποιος γαμεί τώρα κέρδη και ζημίες
σάματις έμποροι είμαστε
επέμενε εκείνος
ξέρω πού πας
και από πού μας ήρθες
της καθ' ημάς Ανατολής είσαι
επέμενα κι εγώ
τώρα πια
στο γέμισμα του χρόνου
το γύρισα στο air spotting στο ship spotting
train spotting θα έκανα επίσης
μα πού να βρεις πλέον τα τραίνα
δίκιο είχε
τον έκανα πέρα και συνέχισα
πήρα τον δρόμο προς την κοιλάδα
για το γεφύρι της Στρέψας
ανάμεσα σε φράχτες παράνομους
άλλους γκρεμισμένους κι άλλους σκουριασμένους
σε ανθισμένες μυγδαλιές και ψωραλέα άλογα