ανάμεσα στο παλιό και στο καινούριο
ξέρω τι είσαι μάτια μου
εκείνο που δεν κατάλαβα ποτέ
το μέγα μου μυστήριον
είναι το τι είμαι εγώ που σε προσέχω
μόλις περνάς την πόρτα των χειρουργείων
γυμνός επί του τροχήλατου φορείου σου
χάνεις όλους τους κωδικούς σου
μαζί με τ' όνομά σου
είσαι μόνον
του Γεωργίου
του Χολίδη
του χειρούργου σου
ω Μαρία Ζαχάροβα
ω Νίκι Χέιλεϊ
πόσο ίδιες είστε
πόσο ψεύτικες
ποτέ οι γυναίκες δεν ήταν τόσο λίγο γυναίκες
και πώς να σας εμπιστευτεί κανείς το μέλλον του κόσμου
ένα κομμάτι κουρτίνας
από εκείνες τις υφαντές
που είχαν γεμίσει τα ξενοδοχεία
και τα σπίτια όλης της χώρας
έμεινε να χτυπιέται στον νοτιά
εδώ δεν ήταν ρε μπαμπά
που έβγαζες ψωμάκι να μας αναστήσεις
είκοσι χρόνους και...
ώσπου δεν άντεξε η καρδιά σου
εδώ δεν ήταν το όραμα της πατρίδας
εδώ δεν ήταν η ντόπια η εθνική αστική τάξη
που λέγανε
σταματούσαμε στην άκρη του δρόμου
και κατουρούσαν τα μικρά στις αμυγδαλιές
ο δρόμος ήταν δικός μας
και το πολύ για τις νταλίκες των Βουλγάρων
ποιους άλλους να νοιάξει
τώρα μας χωρίζει μια Ευρώπη συρμάτινη
και με όνομα μεγαλοπρεπές
Ε79 European route
περνάει απ' το Βιδίνιον που το γεφυρώσανε
και φτάνει ως την ανατολική άκρη της Ουγγαρίας
κατούρα τώρα αν μπορείς
ανάβανε φωτιές στα μισά του Αλή Μπαμπά*
και φαίνονταν από το Μιλιγγίτσι**
κανείς απ' τους σαράντα ένα ασώματους
δεν έβαλε στο νου του το κακό
ο καπετάνιος φύλαγε τάχα ο σερσέμης
ήρθε τ' άλλο πρωί ο χάρος με κουστούμι
σύρε μωρή να δεις αν είναι εκεί στην σκάλα
της τράπεζας και το κεφάλι του παιδιού σου
Αντιγόνη
___________
*Λαϊλιάς
**Μελενικίτσιον
τι παραπονιέστε ρε φλούφληδες
κάντε την πραγματικότητα καλύτερη απ' τα ψέματα
αν θέλετε κι άμα μπορείτε
αλλιώς στ' αυγά σας
κι εμείς στο πιο ωραίο ψέμα μας
εγώ όμως δεν μιλούσα για χαμόγελα
για μια φτενή ραφή παντελονιού και ξηλωμένη είπα·
χαμόγελα ήταν που με παραπλάνησαν για χρόνια
και χαίρομαι να μιλάω έτσι γι’ αυτήν
ελεύθερα χωρίς κανέναν κεχαγιά
τις σιωπές τις είδα όλες
και τις επλήρωσα ακριβά για τέσσερις γενιές
τις έλιωσα όμως ένα απομεσήμερο
σε θάλασσα βόρεια που στραφτάλιζε
χωρίς κανέναν κεχαγιά στ΄ αρχίδια μου
με το συμπάθιο το λοιπόν
είναι τα πράγματα που σου γαμούν την ποιητική
δεν πα να θες να κουβαλήσεις
την όλη παράδοση μιας αυτοκρατορικής τέχνης
δεν πα να είσαι άψογος και ατσαλάκωτος
στου μαχαιριού την κόψη θα τα σκατώσεις
εκεί που σου έπρεπε να μείνεις σιωπηλός
μια απ' τα ίδια· Sir εδώ ήρθαμε πάμε να φύγουμε