…Έλα όμως που τώρα νύχτωσε κι είναι αργά!
Είστε εδώ
Πριν
τα πριν τον άγριο χειμώνα του '73
[Στην άκρη...]
Στην άκρη του κόσμου υπάρχει ένα χέρι
Στην άκρη του κόσμου φυσάει ένα αγέρι
Την άκρη του κόσμου φωτίζει ένα αστέρι
Η άκρη του κόσμου κρύβει ένα μαχαίρι
Μεταξωτό
… Και τα παλιά ιδανικά
στ’ αντικρινό μπαλκόνι κρεμασμένα
πλάι σ’ ένα ροζ, γυναικείο εσώρουχο, μεταξωτό.
[Κάτσε τώρα...]
…
Κάτσε τώρα στο φως του φεγγαριού
που σε γυμνώνει.
Κάτσε τώρα στην ησυχία της νύχτας
που σε τυλίγει.
Κάτσε τώρα στην ομορφιά της μοναξιάς
που σε γεμίζει.
Σκέψου στην άκρη του κόσμου την ελπίδα
που την σκοτώνουν.
Σκέψου στον ατέλειωτο ουρανό τη δικαιοσύνη
που κοιμάται.
Σκέψου στον άλλο κόσμο τους νεκρούς
που σε δικάζουν
Στο μάγουλό σου πιο πάνω γεννήθηκε ένα δάκρυ.
[Τα χρόνια που πέρασαν...]
Τα χρόνια που πέρασαν
μαχαίρια μας κάρφωσαν
γερά απάνω στην πλάτη.
Τα χρόνια που πέρασαν
μας μεγάλωσαν πρόωρα,
μας γέρασαν πρόωρα.
Τι αξίζει ένα πέταλο άσπρο
μιας μαργαρίτας
από μια πλαγιά βουνού
ελληνικού;
Τι αξίζει πιο πολύ απ’ τη ζωή
ενός νέου –παιδιού- με γυαλιά μυωπίας;
Τι είναι ένα εκκλησάκι άσπρο
σ’ ενού σταχτιού βράχου την άκρη
που ζευγαρώνουν παιδιά από πίσω του;
Είναι βαριά τα φονικά,
ασήκωτα …
Στα μέρη που σ’ έσπειραν,
φύτρωσες και σε μεγάλωσαν
κάθε πρωί βλέπεις τον ήλιο
και με το σούρουπο εφιάλτες.
Μάης – Ιούνης ‘73
[Την ώρα που σκολάγαν...]
Την ώρα που σκολάγαν τα υπαίθρια σινεμά,
τότε που ο καθείς στο σπίτι πήγαινε
για τη γλυκιά γωνιά
και την ζεστή αγκάλη.
Την ώρα που η σελήνη καρφώνονταν στο κέντρο τ’ ουρανού,
τότε που ο καθένας μπόραγε να είναι ευτυχισμένος.
Την ώρα που ο ύπνος έπαιρνε μεγάλους και μωρά.
Τότε που όλα ήταν πεπληρωμένα.
Κηρύχτηκε πόλεμος.
Μεταξύ + και -∞
Ανεβαίνουμε.
Συνέχεια ανεβαίνουμε
Τα πόδια μας πονούν.
Ο ταρσός, το μετατάρσιο.
Οι άκρες των δακτύλων μουδιασμένες.
Ούτε τις νοιώθουμε.
Ανεβαίνουμε.
Η βροχή που πέφτει στους ώμους.
Τα ρυάκια στους δρόμους.
Η ερημιά
κι η μονότονη μιλιά του νερού.
Ανεβαίνουμε.
Στις λάσπες παιχνιδίζουν βατράχια.
Η πολιτεία γέμισε βατράχια.
Απλώνω τα χέρια ν’ ανοίξω την πόρτα.
Αγγίζω στο πόμολο σαλιάγκια γυμνά.
Ένα κενό κάτω απ’ τα πόδια μου.
Τα χέρια μου στο άπειρο.
Κι οι υπουργοί να παραιτιούνται,
οι μάχες να μη σταματούν
κι όλοι ένα γύρο να κοάζουν.
… Να πάψω να γλιστρώ,
να κρατηθώ, να σκεπαστώ, ν’ αντέξω
θέ μου!
Πάσαν την βιοτικήν
Ο βίος είναι αβίωτος σαν γίνεται δικός, σου λένε.
Ο βίος σου δεν είναι υπόθεση δική σου.
Ο βίος σου μπαίνει σε φακέλους.
Ο βίος σου γίνεται γράμματα σε γραφομηχανές.
Άνθρωποι τον παίζουνε στα δάχτυλά τους,
τα κιτρινισμένα απ’ τον καπνό του τσιγάρου.
Άλλοι τον τσαλακώνουν και τον πετούν
σε κάλαθους αχρήστων, σε γωνιές γραφείων.
Άλλοτε για χρόνια τον ξεχνούν
σ’ ένα συρτάρι όλο μούχλα.
‘Πάσαν την βιοτικήν αποθώμεθα μέριμναν …’
Στις γωνιές
Αργοσαλεύουμε τις νύχτες στα φτυσμένα πεζοδρόμια
Βαδίζουμε σε πλάκες χιλιοπατημένες
Στις γωνιές ακουμπούμε τις πλάτες
και κοιτάζουμε τον θολό ουρανό
Στις γωνιές μας πατούν
Στις γωνιές μας χτυπούν
Στις γωνιές μας σέρνουν
Μνήμη
Τα βότσαλα που μας έφερε
η πολυκύμαντη θάλασσα
Οι κροκάλες οι απιθωμένες
πάνω στην άμμο του γιαλού
Και τα σπασμένα κομμάτια
της βάρκας που βούλιαξε στ’ ανοιχτά
Θυμίζουν…
Θρώσκων καπνός
Τι να σου ειπώ κι από πού ν’ αρχινήσω.
Τα λόγια μένουν στο στόμα ξερά.
Τα νησιά τα σπέρνει κανείς με νιάτα.
Τις θάλασσες γύρω απ’ τα νησιά
τις οργώνει τ’ απελπισμένο βλέμμα.
Και τον καπνό τον ‘θρώσκοντα’ για χρόνια
τον μπερδεύει με τον καπνό του τσιγάρου του.
Divina Commedia
Ξέρεις, το στάρι τό ‘σπειραν
το φρόντισαν, το μάζεψαν
κι ύστερα τ’ άρπαξαν οι στρατιώτες.
Κι όσοι ήταν οι κόκκοι του σταριού
τόσοι ήταν κι οι στρατιώτες, όλοι παιδιά
πρασίνισεν ο τόπος - φαντάρος και σπυρί.
Δεν την μπορώ την Divina Commedia.
[Τα πρόσωπά μας...]
… Τα πρόσωπά μας οχτωβριάτικα χωράφια, οργωμένα
κι οι ματιές μας χτυπιούνται σα σπαθιά.
Ούτε κρύο νοιώθουμε ούτε ζέστη…
Κύριε διευθυντά
Τώρα που κάθομαι και σκέφτομαι
κύριε διευθυντά…
Η ζωή μας πέρασε μονάχη της
-μια ιδέα που συνέχεια ωριμάζει.
Και δεν φτάνει πουθενά.
Τώρα σκέφτομαι πως την ψυχή μας
θά ‘πρεπε να την είχαμε κάνει ξέφραγο αμπέλι.
Tυχαίνει
…τυχαίνει νά ‘ναι γυμνός κανείς
και να τρέχει μόνος σ’ ένα στάδιο·
μόνος, με τον επιστάτη θεατή.
Πόλη
Σκοτεινά παράθυρα,
μπαλκόνια στενά.
Γλάστρες με χώμα ξεραμένο,
λουλούδια με χρώμα αναιμικό.
Γυναίκες πρωί-πρωί
με άσπρες μάσκες.
Κουβέρτες που ζέχνουν,
κιτρινισμένα σεντόνια.
Κατουρημένα παιδιά,
αληθινά μάτια ανοιχτά.
Ένας υπόνομος στο δρόμο
που βούλωσε και τον ανοίγουν.
Εργάτες ιδρωμένοι
με καρρώ πουκάμισα.
Έμποροι, τεχνίτες,
μικροπωλητές.
Ο εφημεριδοπώλης, ο λαχειοπώλης,
ο εργολάβος κηδειών.
Πόρνες, παρθένες,
έντιμες κυρίες.
Ο ψεύτης, ο κλέφτης
κι ο παππάς.
Τα ζευγάρια, οι γέροι
στα παγκάκια της πλατείας.
Εγώ, εσύ,
ένας ξένος.
Το ρολόι της Δημαρχίας σταματημένο χρόνια
μαζί με τον αιώνιο κοντό ληξίαρχο κάτω του
-ίδιος ο Φέρεντς Πούσκας-
ν’ αναρωτιούνται συνέχεια,
χωρίς να τους δίνει κανείς σημασία
ποιος στην πόλη μας ζει
και ποιος πεθαίνει.
Κάτοπτρα
Τον κόσμο μας τον γέμισαν καθρέφτες.
Όπου κι αν πας, παντού καθρέφτες.
Ακόμη και στα δημόσια ουρητήρια
κατάργησαν τα μάρμαρα και βάλανε καθρέφτες.
Θέλουν να βλέπουμε παντού τον εαυτό μας.
Θέλουν να κάνουμε είδωλα κι εαυτούς ένα.
Λες κι έτσι θα μας κλέψουν την ψυχή.
Όμως οι σκέψεις μας εμάς, πετούν.
Οι σκέψεις μας είναι πουλιά,
είν’ αεροπλάνα.
Κι ο κόσμος μακριά, πέρα από κάτοπτρα.
Στον ουρανό, στα σύννεφα.
Λεωφόρος Μεραρχίας
… σ’ αυτόν το δρόμο
μπορείς ν’ αγκαλιάσεις
ένα κομμάτι της ψυχής σου
και να μη γεράσεις ποτέ.
Υποψίες
Κάτι είναι και μας σκοτώνει σιγά-σιγά.
Ύπουλα.
Κυλάει στο αίμα μας.
Πασπατεύει τις φλέβες μας.
Χαϊδεύεται, γαργαλάει την καρδιά μας.
Κάτι είναι κι έρχεται σιγά-σιγά.
Δεν μας αφήνει να ιδούμε το πρόσωπό του.
Ούτε καν ν' ακούσουμε την ανάσα του.
Δεν θέλει να μας πει.
Και μας γεμίζει υποψίες.
Γρήγορα
Πρέπει να μιλήσουμε γρήγορα!
Όσο είναι καιρός πρέπει να μιλήσουμε!
Πριν τα λόγια γίνουν άνεμος πρέπει να μιλήσουμε!
[...Είσαι πάντα...]
…
Είσαι πάντα μόνος, αδύνατος.
Μ’ έναν γιακά σηκωμένο ψηλά
κι ένα κεφάλι ζαρωμένο στο γιακά.
Δυο πόδια καλαμένια.
Τα χνώτα που βγαίνουν πυκνά
και παίρνουν το σχήμα προσώπων.
[Δυο χαρτιά..]
…
Δυο χαρτιά μουτζουρωμένα, τσαλακωμένα στο πάτωμα.
Μια σόμπα πετρελαίου σβησμένη.
Ένα βουβό ραδιόφωνο.
Ένα τραπέζι γεμάτο βιβλία.
Η βροχή που πέφτει στη σκεπή και σ’ εκνευρίζει.
Ένα ποτήρι νερό.
Δύο μετά τα μεσάνυχτα.
ντιβάνι στενό
…
Τότε κοιτάζαμε ώρες τη νύχτα το φεγγάρι
και καθόμασταν στην αυλή με τα λουλούδια.
Τώρα κοιμόμαστε σ’ ένα ντιβάνι στενό,
κάτω απ’ το ταβάνι μιας κάμαρας παλιάς.
[Έβρεχε όλη ...]
Έβρεχε όλη νύχτα.
Ένας χωροφύλακας κυνηγούσε δυο παιδιά.
Ένας σκύλος με κομμένα έντερα ψοφούσε σε μιαν αποθήκη.
Ένας έπλυνε τα μάτια του με το νερό της βροχής να μην κλείνουν.
Δεν πρόλαβες
Το τραίνο πέρασε ακριβώς
δυο ώρες μετά τα μεσάνυχτα,
όπως πάντα, έξω από την πόλη μας.
Όλα τα φώτα στα σπίτια ήταν σβηστά.
Μόνο στους δρόμους φέγγανε τα ηλεκτρικά φανάρια.
Ο μόνος επιβάτης ήταν ο οδηγός.
Και συ δεν πρόλαβες.
Οι πόρτες κλείσανε αυτόματα
και πλήγωσαν τα χέρια σου
πριν προφτάσεις ν’ ανεβείς.


