Χρόνος μου έλαχε.
Χρόνον έχω.
Χρόνον πουλώ και χρόνον αγοράζω.
Xρόνο μοιράζω δωρεάν
και χρόνον καταχρώμαι ασύστολα.
Χρόνος είμαι.
Χρόνος μου έλαχε.
Χρόνον έχω.
Χρόνον πουλώ και χρόνον αγοράζω.
Xρόνο μοιράζω δωρεάν
και χρόνον καταχρώμαι ασύστολα.
Χρόνος είμαι.
Θαργηλιώνος μέσα
την ειρεσιώνη περιφέρουν
παιδιά από σπίτι σε σπίτι
και οι μεγάλοι αλυσοδένουν
τα καθάρματα δυο-δυο
κτυπώντας και πετροβολώντας τα
έξω απ’ της πόλεως τα τείχη.
Για να ’ναι πλούσιες οι σοδιές.
Πρώην υδραυλικοί, ηλεκτρολόγοι,
νυν βιοτέχνες, βιομήχανοι
κι εμπορευόμενοι πράγματα γενικώς
-όχι, καμία σχέση μ’ εδώδιμα προϊόντα
εγχώρια ή αποικιακά όπως παλιότερα-
ευτυχείς, δασύτριχοι κι υπερβολικά υγιείς,
στα όρια, θα έλεγε κανείς, του εμφράγματος,
με τα κλειδιά του παραδείσου ανά χείρας,
αντάμα με δεκάδες κάρτες πλαστικομαγνητικές,
περιδιαβαίνουν την Ευρώπη
αναζητώντας τεχνολογίες νέες και προϊόντα
μ’ εφαρμογή στις εγχώριες κατασκευές τους-
σπιτάκια δηλαδή, φτηνοσυσκευούλες και ρουχαλάκια.
Συναλλασσόμενοι, προβλήματα δεν έχουν στην Ζυρίχη,
όπου οι τραπεζικοί σημειώνουν ότι
“ΟΜΙΛΕΙΤΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ”,
ω τι τιμή στον αναγνώστη!
Τι γυρεύω εγώ ανάμεσά τους;
Πώς χάθηκα, πού πάω;
Όχι,
θα αρνηθώ πλήρως τη μαθηματική λογική
της προσθαφαίρεσης ελιάς, νερού και ήλιου.
Όχι,
θα αρνηθώ την πέραν του όντος λογική
της ραπτομηχανής και του χωνιού.
Θα προσπεράσω
τις 3300 γονυκλιτείς μετάνοιες των αληθινών Ελλήνων.
H λογική του “ντζουλουφιού” μου φτάνει μόνον
για ν’ απορρίψω
κι ας φαίνεται πως υπερβάλλω λίγο.
Τους λέν τώρα λιμνάζοντες.
Κάθε εποχή με τους ανθρώπους της.
Και την αισθητική της.
Ποιος άθλιος, ορθολογιστής ντεμέκ,
άρπαξε εκείνο το υπέροχο "αιώνιοι"
και τό 'κανε βάλτο και βατράχια;
Λίγον καιρό είναι ο όρος.
Κανένας απο τα καθάρματα που σιτίζονται
σ' εκείνες τις κακόηχες επιτροπές του υπουργείου
θα είναι μάλλον ο ένοχος για το έγκλημα.
Σε λίμνη μέσα,
στην Κερκίνη,
από μια μπλάβα να σε πνίξουνε φονιά
Θεσσαλονίκη.
ΑΠΘ.
Εδώ, στο βασίλειο του ορθού λόγου.
Ημείς κληρονόμοι, κάτοχοι κι ιδιοκτήτες του!
Κόψτε κάποτε αυτή την μαλακία με τον ορθό λόγο.
Σας ευτελίζει.
Και τον ευτελίζει.
Κατέβηκες εδώ.
Μια νύχτα του '45 μόνος, στα είκοσι δυο σου.
Πήρες το δρόμο για το Κιουπ-κιόι με τα πόδια.
Παγγαίο, Μπούλκες, Γράμμος, θάνατος.
Δεν έχουν μείνει ούτε οι σιδερένιες του γραμμές.
Ο μικρός Αλέκος σ’ είχε προλάβει·
στάση Αμερικάνου, στο τζαμί του Μουσταφά μπέη.
Γεμάτο αίματα το προσωπάκι, τον είχε σακατέψει η ασφάλεια.
Ξέφυγε όταν άρχισαν να φορτώνουνε τα κάρα.
«Φύγε Γιώργο,
φύγε,
μην πας σπίτι,
βρήκαν τα όπλα!»
Τι να καταλάβουνε ρε θείε Γιώργη τα χαχόλια σήμερα;
Αχ γλυκό μου Λιονταράκι
χαρά του ηγεμόνα σου και των καθηγεμόνων,
μικρή, χαριτωμένη, πουτανίτσα
που τα ’βαλες γερά
με τον πολύν Θεόφραστο
και τά ’βγαλες πέρα μια χαρά.
Μαζί με ιστορίες όμορφες,
λόγια της ανατολής
έξω απ’ τον κανόνα
-δεν άκουσα παραμύθια πιο γλυκά
δεν κοιμήθηκα πιο γαλήνιες νύχτες.
Φεύγουν.
Και παίρνουν μαζί
ονόματα ωραία και λέξεις μαγικές,
κόσμον άλλον,
ενανκαιρίσιο κόσμο.
Ασλάν, καπλάν,
ντελή ογλάν.
Ασλάάάάάν, καπλάάάάάν…
Τι ήθελαν αγόρι μου τρελό
και σ’ έκαναν Δεληασλάνη;
Νύχτα έφτασε στην πρώτη του πατρίδα,
πόλη γενέθλια, αγαπημένη,
ξεδιάντροπη και φουκαριάρα,
περνώντας τα Κρούσια με βροχή κι αέρα
γυρεύοντας παρηγοριά σε μάνα, μαχαλά,
σε πέτρες και σε λάσπη.
Και κει μέσ’ στα σκοτάδια
το σπίτι της γειτόνισσας ριγμένο
από τις μηχανές του Δήμου ως επικίνδυνο
πληγή ανοιχτή, μεϊντάνι,
αλάνα για παιδιά πια,
που όμως έχουν φύγει από χρόνια.
Πρώτα έπεσε ο πάνω όροφος
με την καλαμωτή και με το σάπιο ξύλο.
Αχούρι έκανε η Στάλινα
το πέτρινο ισόγειο για τον γάιδαρό της.
Στάλινα, κυρά Μαρίκα, χήρα μπαξεβάνισσα
έσπερνε λίγο έξω απ’ την πόλη σ’ έναν μπαξέ
καταμεσής των οπωρώνων του Σταθμού
και πούλαγε στο Μιλιγκίτσ' - Μελενικίτσιον,
όπου εφαρμογή έκανε των έξοχων βουλγάρικών της.
Αυτού όμως του μένει το σημάδι απ’ την σφαίρα
του καπετάν-Μητρούση στη σιδερόβεργα, στο παραθύρι της.
Οι Τούρκοι τζανταρμάδες στις στέγες των σπιτιών ολόγυρα
και της γιαγιάς τα παραμύθια.
Κλείσε γερο-Ευθύμη τις πληγές
σ’ όσους τουρκότοιχους σ’ απόμειναν.
Βαλσάμωσέ τους, κλείσ’ τους σε τσιμέντο μέσα,
ας μένουν.
Κράτα τους όσο μπορείς.
Γεμίζει ο τόπος χαρακιές,
στενά οικόπεδα, άδεια·
τι θα γραφεί και τι θα μείνει;
Τώρα που τόσο γρήγορα αλλάζουν οι εικόνες όλες.
_____________________
*η χήρα του Στάλιου
Η λείανσις των γωνιών και των τραχειών επιφανειών
ενέχει σοβαρούς κινδύνους.
Στην κατηφόρα δεν μπορείς να σταματήσεις,
και στην ανηφοριά δεν μπορείς να κρατηθείς.