όλο και περισσεύει το γελοίο
κουράζει και σκοτώνει πάλι
δεν μένει κανείς όρθιος
παρά οι σιωπηλοί ξανά
όλο και περισσεύει το γελοίο
κουράζει και σκοτώνει πάλι
δεν μένει κανείς όρθιος
παρά οι σιωπηλοί ξανά
τώρα μαθαίνεις
τι είναι να σού ‘ρχονται
εμπροσθοφύλακες εμφύλιοι αλήτες
με πίσω σιδερόφραχτες τις μεραρχίες ξένων
κι οι σύμμαχοι που πίστεψες να σ' έχουνε αφήσει...
αφήστε το λεβέντες
το να μένεις
είναι αλλουνού παππά ευαγγέλιο
θέλει λόγο περί ιδεών
που τον σιχαίνεστε και τον φοβάστε
κι εφτά κιλά αρχίδια
κι όχι τα «εἰς μισθοφορίαν καταστήσαντα»
αυτή η γραμμή
η χαρακιά
του σαράντα εννιά
αυτή είναι το διάφορον
άλλοι δεν τό 'χουν
δεν λέω
μπορεί και να τους πεις πεπόνια
ίσως και αμοιβάδες
και θά 'χεις και τα δίκια σου
αν είσαι κιόλας απελπισμένος...
μα δεν μπορώ εγώ
βλέπεις πάντα μετρούσα την απόσταση
και κοίταγα πώς να κρατάω το σκοινί
δεν μπορώ
ακόμα εξηγώ τα βράδια στην γιαγιά Ζουμπίλω
το γένος Παππού εκ Μαλγάρων Θράκης (Ανατολικής)
που υπόγραφε σταυρό κι έλεγε την γραφή
'άσπρο χαρτί και μαύρες ψείρες'
κι ας λείπει χρόνους σαράντα
ο Αλέξανδρος Α' ο Βάλας
τουλάχιστον πολέμησε στο ποτάμι σου
και τό 'χασε κι αυτό και την Αντιόχεια απ' τον Πτολεμαίο
μαζί με το κεφάλι του απ' τους Ναβαταίους
δεν σ' εγκατέλειψε έτσι στην ψύχρα
ετούτοι φύγανε στην πρώτη οβίδα του δικού σου Φιλομήτορα
ποιαν εύννοια γύρευες καημένη μακρινή και μόνη Αφρίν
πού κι από ποιον κερχανατζή της εποχής μας
είναι γελοίο
να έχεις σκύψει το κεφάλι
ν' ανέχεσαι τα πάντα
στο όνομα μιας αμυδρής κι αμφίβολης ελπίδας
ή από φόβο καθαρό κι απόγνωση
και να διαμαρτύρεσαι
γιατί ο διπλανός σου αντιδρά
με νύχια και με δόντια
όσο και όπως μπορεί
μη μιλάς ρε μαλάκα
σκάσε και σκάβε αφού έτσι αποφάσισες ...
και δεν μιλώ για τους πρωτοκλασάτους
που πήραν την ευθύνη· άστους αυτούς
γι αυτούς που μοιραστήκαμε ψωμί κι αλάτι λέω
κι ακόμη μοιραζόμαστε
και θα μοιραστούμε
προτίμησα την σοφία των απλών
αυτών που αγνοούσαν
τ' ότι την κουβαλούσαν
το πώς το από πού
δεν ξέρω γιατί
δεν βγήκα χαμένος
κι ας κρυώνω λίγο τώρα
δεν θα ξεχάσω ένα ζεστό βραδάκι στην Ασπροβάλτα
ανάμεσα σε τρεις άγιους θείους εξ αγχιστείας
να τους πειράζω κι αυτοί να με κερνούν
να κλέβω κι αυτοί να μου χαρίζουν
παίζανε τα παιδιά μου παραδίπλα
κι αυτοί έπαιζαν με μένα
από την ομηρεία στη Γερμανία
το Ελ Αλαμέιν
και την Κορέα
μένει ακόμα μόνο η ομηρεία
χαμένη κάπου στην Δυτική Ακτή
έμπλεξες κόρη μου· έμπλεξες
μπα... μην ανησυχείς
και δεν θα ξεμπλέξεις ποτέ...
μάλλον βρήκα
κάτι να καίγομαι συνέχεια
και να μαλώνω συνέχεια
να είμαι σε συνεχή επίθεση
τέτοια παιδιά ήθελα ν’ αποκτήσω θε μου
σ' ευχαριστώ
όχι
δεν θά 'χει κρύο όλη την βδομάδα
μη σε φοβίζουν οι αλαφριοί των μετεώρων
δεν θα παγώσουν τα νερά μέχρι τον νέο χρόνο
θα ξαναέρθω ως και την Τρίτη
να βάλω φρέσκο στο τασάκι σου
δεν θα σ' αφήσω να διψάσεις
έτσι κι αλλιώς αφήνω ανοιχτό λιγάκι το παράθυρο
αν δείς τα ζόρια έμπα μέσα
όλες οι γλάστρες έχουν νερό στα πιάτα τους
εντάξει· ειπώθηκαν όλα
γράφτηκαν αντιγράφτηκαν και ξαναγράφτηκαν
καταλάβατε καλά μου παιδάκια
οι πιο γενναίοι θα πάρουν τον δρόμο των δικαστικών αγώνων
ίσως κάποτε γίνουν και ταινία απ' το Χόλυγουντ
κάποιοι άλλοι ακόμα πιο γενναίοι θα πάθουν ακτιβισμούς
ίσως και occupy πλατειών δρόμων και εισόδων
για
Liberté Egalité Fraternité των bit
τι να κάνουμε
θα περιμένουμε πάρα πολύ μέχρι να γίνει κατανοητό
πως τα καημένα είναι comodity
έχουν σφραγίδα του ιδιοκτήτη τους
στο μπράτσο και ταξιδεύουν σε δρόμους
επίγειους εναέριους κι υποβρύχιους ιδιωτικούς
και πως μόνον τ' αντάρτικο κι η εξέγερσή τους
τα σώνει