Κι όμως, ακόμη με κυνηγάει, πάνω από 40 χρόνια.
Ο μπρούντζινος Μεγαλέξανδρος εννοώ.
Τον έφερε η χούντα ορειχάλκινο, μαύρο σε ξύλινο βάθρο και τον μοστράρισαν στην είσοδο, μέσα μεριά, να περνάμε μπροστά του πιτσιρικάδες και να ομνύουμε όρκο στρατιωτικό.
Ονειρευόμουν την στιγμή που μια πλημμυρίδα παιδιών, τρέχοντας χαρούμενα στο σχόλασμα, θα πέφταν πάνω του και θα τον καταπατούσαν.
Δεν συνέβη.
Έφυγε η χούντα και τον εξαφάνισαν σε αποθήκες, παλιατζίδικα, χυτήρια.
Καλά όμως... Σιγά μην σταματούσαν οι ανόητοι, τόσοι πολλοί, που ανάμεσά τους ζούμε οι δυστυχείς.
Ούτε στιγμή, τον συναντάς παντού.
Έχει κανένα χρόνο που μας πρήξανε να τον ψάχνουν στον λόφο του Καστά.
Λένε διάφορα, περί ιστορίας, σεβασμού πατρίδας κι άλλα τέτοια στρόγγυλα κι ωραία.
Τον χώσανε στα μυαλά του κόσμου μέχρι και σαν … ανάπτυξη οι ξεδιάντροποι.
Εθνικισμός μέχρι και τον φασισμό του κερατά είναι, όπως ήταν πάντα, μα ποιος το αντιλαμβάνεται στην θλιβερή ελαφρότητα του καιρού μας.
Με κυνηγάει λοιπόν ο κερατάς, τον ασεβή τότε νεαρό, ακόμη και τώρα στα γεράματα.
Χθες πήγα μόνος στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και φωτογράφιζα την θλίψη του.
Και για μια στιγμή, εκεί στον δεύτερο όροφο, σ΄ ένα παράθυρό, τον είδα πάλι σαν σκιά.
Μόλις που είχε προλάβει να μου γυρίσει την πλάτη.
Μα εγώ είμαι σίγουρος ότι με παρακολουθούσε.
Για να τελειώνουμε:
Τι με διώκεις λοιπόν ρε ανόητε μαυρομούτσουνε;
Σαράντα χρόνια δεν κατάλαβες πως ό,τι κι αν κάνεις, εγώ σε λίγο θα πάω πάλι στην πορεία συν γυναικί και τέκνοις, ακόμη και εγγόνοις;
