απ’ το πρωί κάθε δέκα λεπτά έριχνα μια κλεφτή ματιά στο παράθυρο δεν μπορεί έλεγα θα συμβεί έτσι πως παίζει ο καιρός σήμερα βρέχει ομίχλη υγρασία νοτιάς δεν μπορεί θα σκιστεί κάποια στιγμή ο ουρανός και θα φανεί το πνεύμα το άγιο να φωτίσει τα νερά και τα καράβια να παραμυθιάσει ανθρώπους γλάρους κάργιες και περιστέρια ότι τάχατες έχει δρόμο για έναν άλλο τρόπο και ότι αυτός ο τόπος δεν είναι αυτό που λένε αλλά αυτό που βλέπω εγώ ο πικραμένος πίσω απ' το τζάμι με τ' αλουμίνιο ήρθε τελικά η στιγμή όταν απελπίστηκα κι έφευγα για το μάθημα στις τρεις με την κιμωλία και τους ωραίους κούρους με τις κόρες ανάκατα μπόρεσα να την πιάσω
μακριά τα χέρια σας απ' το θάμα μου αστόχαστοι βέβηλοι κι ανόσιοι
