θα ωριμάζει
μ' όλα τα stop
τις στάσεις
θα ωριμάζει
χα

Ονειρεύτηκα πενήντα μεγάλα ελληνικά
επιβατηγά κι εμπορικά καράβια
να πιάνουν Σμύρνη,
Μερσίνη,
Αττάλεια,
Αλεξανδρέττα
και να φορτώνουν πρόσφυγες για μέρες.
Ύστερα να τους μεταφέρουν
σ' όλα τα μεγάλα λιμάνια της Ευρώπης.
Πειραιάς,
Τεργέστη,
Μασσαλία,
Μπαρτσελόνα,
Λισαβώνα,
Ρότερνταμ,
Κίελο,
Στοκχόλμη,
Λένινγκραδ.
Έτσι, σκέφτηκα, θε μου, θά 'ταν η δική μας Ευρώπη.

μάθατε και τι εστί ένσημο μαλάκες
εσείς που κάποτε ντρεπόσασταν
ότι ένσημα κολλούσατε
και τό 'χατε κρυφό ...
άει σιχτήρ
ως και ανέκδοτο τό ‘χατε κάνει
'μάνα δεν με κολλάν τα ένσημα'
να χαχανίζετε γελοίοι
βρέχει έξω
και μέσα μου
έξω μου
παντού μου
εμιγκράτσια
γιατί γλυκιέ μ' παπά*
μι σφάειζ' πρωί πρωί
___________________
"...έχει να δει τελετή του Σταυρού από παιδί...Επίσης έβαλα γαλάζια στο Ναό και όχι πράσινα όπως συνηθίζεται στη πατρίδα, γιατί απλά δεν έχουμε, τέλος δεν ξέρω αν υπάρχουν και βασιλικοί για στόλισμα και μοίρασμα..."
(Alexandros Loukatos)
Για μια θέση στη βροχή,
σε παράπηγμα αυθαίρετο
με σκεπή ανοιχτή,
τόσες και τόσες μετάνοιες,
εναγκαλισμοί αηδίας κι οδύνης
με την καρδιά σφιγμένη
και τα τείχη της ερείπια κάθε φορά.
Παλαιόπολις Σαμοθράκης,
γραμμή ευθεία από πέτρες ριγμένες ατάκτως
από το Πτολεμαίειον ως το χάος των καθέτων βράχων
στα πόδια του Σάου.
Έρημος τόπος, αρχαίος,
χωρίς ελπίδα καμία επανεγκατάστασης
κατοίκων που πήγαν ταξίδι στο χρόνο
αφού κι ο χώρος γι αυτούς έγινε πεπερασμένος,
στενός κι εξαντλήθηκε.
Πώς έλαχε σε μένα μόνο
μοίρα Κάβειρου;
Να βλέπω, να ακούω,
να αισθάνομαι, να ξέρω,
αλλά να μη μπορώ να πω την Λέξη,
δεμένος μ’ όρκους
φόβου, ολέθρου, θάνατου
στα πόδια του Σάου.
-τι κανς Ιρουφίλημ', πώς τα πας;
-πώς να τα πάω, ζέστ'
-είπα κι ιγώ πήγις να ποτίεις
-μπα, θιος φλάξ'
γλυκιές κυρούλες της μπάσταρδης Καμτσίδας
να ξέρατε ότι γράφετε πρωί πρωί ποιήματα
δεν λέει να κινήσει ετούτος ο Σεπτέμβρης
σέρνεται
τον σέρνει ο Αύγουστος
γιατί να ξεκινήσει
δεν έχει να πάει πουθενά
με τα μυαλά που κουβαλά
να τους διώξουμε απ' τον τόπο μας
όπως τότε
και ξανά τότε
και τότε πάλι
και τότε
και τελευταία τότε
κι έμεναν πάντα εδώ
θα ωριμάζει συνέχεια η ιδέα
θέλει τον χρόνο της
το χώμα της και το νερό της
αυτό το τόσο απλό
το τόσο δα
το αφελές
το ένα κλικ
πόσα χρόνια πέρασα
μ' εκείνο το ανεξαρτησία και το συζυγές του
εξάρτηση
δεν με πειράζει διόλου
είχα από πολύ νωρίς καταλάβει πως
μέσα κι έξω ήτανε από πάντα ένα και τ' αυτό
χωρίς τον θείο χρόνο
και το ωραίο των εποχών