Είστε εδώ

Λαϊκές αγορές

Τρία και ένα στιγμιότυπα. Εικαστική επιμέλεια: Stavros Melas

Λαϊκή αγορά ΙΙ

                                                             Η αγορά (1957), Χρόνης Μπότσογλου

Παζάρι στην Άνω Τούμπα.
Χυμένη σε σαράβαλους πάγκους
η εύλογη του τόπου αφθονία.
Μαλλιαροί μικροπωλητές
κι οι εύφορες γυναίκες τους ν’ ακολουθούν.

Ο μικρός Κωστάκης παράγει κι εμπορεύεται ντομάτα.
Έχει θέσει επί ορθογωνίου συστήματος συντεταγμένων
χωράφια, πάγκο, σπίτια κι αυτοκίνητα.
Έχει επιπλέον ελέγξει δυο τρεις συντεταγμένες παραπέρα,
δεξιά κι αριστερά, πάνω και κάτω
-όσες μπορούσε δηλαδή και του επιτρεπόταν.
Έστησε έτσι την ευτυχία του γόνιμη, όμορφη κι αποδεκτή.

Δυο λεπτομέρειες υπολανθάνουν μόνο.
Η χαμηλή τιμή πωλήσεως,
ανεξέλεγκτη τυχαία μεταβλητή
που κάνει δύσκολες τις νύχτες του.
Και η αγρία εκμετάλλευσις
της λάθρα εισαγομένης εργασίας
εκ των χωρών της καταρρεύσεως
που μου δημιουργεί δυσκολίες
ως προς την ταξινόμηση του Είδους.

Η μικρή γύφτισσα που πουλά πατάτες,
σέρνει τον αγαθό της γύφτο στον πολιτισμό,
μακράν νομάδος, τσαντιριού κι υπαίθρου,
εκθέτοντας λαλίστατα και συνεχώς
επί του εμπορεύματος και των πληθωρικών βυζιών της
προβλήματα οίκου και ψυχής,
κυρίως για το δεύτερο παιδί που θά ’πρεπε να έχει
αλλά και για το ΙΚΑ που την κυνηγάει
συν κάτι γραμμάτια του σπιτιού.
Αυτό χτίστηκε.

Συναλλαγή,
όμορφα είναι.
Η αφθονία να υπάρχει.
Τι είναι θεμιτό και τι αθέμιτο;
Ποιος ο κριτής και ποιος του παζαριού ο χωροθέτης;

Ανάρτηση: 08/04/2013 - 02:43

Λαϊκή αγορά Ι

                                                          Λαϊκή Αγορά (1979-1982), Παναγιώτης Τέτσης 

 

Δεκάδες υποψήφιοι νεόπτωχοι πολίτες
περιφερόμενοι στους πάγκους της λαϊκής.

Πολλοί, είναι οι ίδιοι,
για δεύτερη φορά να περιμένουν,
το ίδιο κακό να οσμίζονται στον αέρα.

Όσοι φύγαν δηλαδή, κυνηγημένοι.
Μαζεύτηκαν σ’ αυτήν τη στενωσιά
για δυο, τρεις, τέσσερις δεκαετίες τώρα
καταφύγιο.

Αφήνοντας πίσω χωριά, σπίτια, χωράφια
και την γλυκιά τροφή της γης τους.
Τώρα σε πάγκους εμπόρων την παζαρεύουν.

Δεν σκέφτηκαν βέβαια τότε
πως τα στενά ενδείκνυνται για ενέδρες.

 

Ανάρτηση: 11/02/2013 - 14:12

Λαϊκή αγορά ΙΙΙ

                                                                  Λαική Αγορά ΙΙ (1943), Γιάννης Σπυρόπουλος

 

Λαϊκή αγορά, πρωί Σαββάτου.
Ό,τι μπορεί να πουληθεί, πουλιέται.
Ως και μυγοσκοτώστρες Φλεβάρη μήνα.
Κι ο μικροπωλητής επαπειλών:
“Δεν αγοράζετε ε,
θα σας πω εγώ τον Αύγουστο!”

Και πώς την ξεχωρίζεις Θέ μου.
Αυτήν την ευγένεια ήθους και ψυχής.
Πώς αντικαθρεφτίζεται στα μάτια
και στις ψιλοδουλεμένες γραμμές του προσώπου.
Στην κάλλιστη αρμονία.
Τρεις-τέσσερις είναι όλοι κι όλες.
Και λες.

Να ένας μικρός στρατός
περίλαμπρος, αστραφτερός και νικηφόρος.
Με αρχηγό το γιο του μπαχτσεβάνου απ’ τα Νέα Πλάγια,
που ντρέπεται να κοιτάξει τις κόρες στα μάτια
γιατί ξέρει πως όλες θα τον ερωτευτούν
ανήκεστα, μέχρι θανάτου.
Έτσι όπως μόλις πέταξε πέρα την πανοπλία του
και στέκει μέσα στα μπλουτζήν του και τα λάχανα
περιλουσμένος τον ήλιο του πρωινού,
όμηρος αυτός απ’ την Αθήνα
ανάμεσα σ’ άγριους Μακεδόνες πρίγκιπες
που φωνασκούν.

Ανάρτηση: 19/04/2013 - 01:40

Λαϊκή IV - Εξάρχεια

                                                           Αγορά της Αθήνας (1941), Ανδρέας Κρυστάλλης

 

Μ’ εικόνες, σχέδια, ζωγραφιές
γεμάτο το κεφάλι μου.
Εικόνες σκέφτομαι κι εικόνες ομιλώ με.

Καλλιδρομίου και Μπενάκη
μ’ έφερες στη Λαϊκή για ψώνια.
Κόβει η σακούλα πλαστικά
τον τραυματισμένο μου αριστερό μέσο,
τον μελανιάζει.

Τι δουλειά έχω εγώ,
ένας Μακεδόνας πρίγκιπας
των ανοιχτών κοιλάδων
και των μεγάλων ποταμών,
σε τούτη εδώ την στενωσιά,
με τις ανηφοριές, τα βράχια,
τους τοίχους με τη σάπια αρχαία πέτρα;
Με τους Καρδούχους και τους Βελούχους
σκλάβους στα τσαρδάκια των πραματευτάδων;
Τι να πω στον χοντρό βάρβαρο απ’ το Μαραθώνα
που μου πουλάει τα μαρούλια με το κομμάτι
δραχμές διακόσιες λίγο πριν την απώλειά τους;

Μα τέλος πάντων, τι μυρίζει αυτό το σταυροδρόμι;
‘Φούντες καλαμποκιού, μπαμπά, δίπλα σου είναι,
και μέλι θυμαρίσιο απ’ τα βουνά της Αττικής’.

Τις μουριές βλέπω μονάχα,
ως τους ώμους μου τα φύλα.
Δεκέμβρης, αέρας, παγωνιά
κι είν’ όλες πράσινες ακόμη.

Νά ‘χα ένα μαχαίρι νά ‘κοβα
πέντε κλαριά για το σκουλήκι της καρδιάς,
αφού είχαμε τη μεταξένια χάρη Του
κι είναι καιρός ακόμη.

Ανάρτηση: 04/05/2013 - 14:40