πάλι τριγύρω από ερείπια περπατάς
τι θα γίνει με σένα
γρανίτης κόκκινος
στην λίμνη πάγος
κι ο αρρωστημένος ήλιος τους
εγώ πάντως θα περιμένω εδώ να δω κι ας πάρει όσο χρόνο θέλει
αν όλα τα όχι γίνονται ναι στην ήπειρο των θαμάτων όπου ζούμε
και είμαι ακόμη πιο παλιός
τα πρωινά μου είναι πάνω στην αρχαία Εγνατία
στο γεφυράκι της Πυλαίας πλάι στο ρέμα
σε τσάκωσα
κλεφτράκο της αμυγδαλιάς
της δάφνης και της πικροδάφνης
άραξε τσίμπα τα σπόρια σου μην μας φοβάσαι
κανείς δεν θέλει τίποτε από σένα· μόνο να σε κοιτάμε
όλα χωράνε κι όλα μπορούνε
κάτι άχαροι κι αχόρταγοι να λείπανε...
και οι ωραίοι νέοι του Στρατού της Σωτηρίας καλή ώρα
χθες που τον είδα πρώτη φορά
μετά τα μεσάνυχτα να μιλάει μονολογούσα
μα πού τον είδατε μωρέ τον ωραίο και τον γοητευτικό
ακόμη ένας φλούφλης παρλαπίπας είναι