Χαιρετώ φίλους κι άγνωστους
και φεύγω σ’ άλλη χώρα.
Παρατώ τα σπαθιά που έσπασαν
και παίρνω όπλα καινούρια.
Κόβω με το εγχειρίδιο
κρέας απ’ το μπούτι ενός νεκρού άλογου,
τ’ αλατίζω και γεμίζω τον γυλιό μου.
Είναι μακρύς ο δρόμος μου
κι η ερημιά πολλή.
Κλείνω τις πληγές
με τη σκισμένη μου φανέλα.
Φορώ τη χλαίνη ενός σύντροφου νεκρού.
Κρεμώ στον ώμο μου τ’ όπλο του.
Βάζω τα χέρια μου βαθιά στις τσέπες
κι αρχινώ.
Γυρεύω τον τόπο
που βγαίνει ο ήλιος.
90° αριστερά!


